Αρχική arrow Άρθρα - Εκδόσεις arrow Άρθρα Αρχείου arrow Άρθρο Ιουλίου Νο 3 - Φώτης Κόντογλου

Άρθρο Ιουλίου Νο 3 - Φώτης Κόντογλου

Κυριακή, 20 Ιούλιος 2008

 

 

Κόντογλου Φώτης

Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1895 στις Κυδωνίες (Αϊβαλί ) της Μικράς Ασίας.  Ήταν το τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολέλη  και της Δέσποινας το γένος Κόντογλου.  Μόλις ενός έτους νήπιο χάνει τον πατέρα του και την κηδεμονία του αναλαμβάνει ο θείος του Ιερομόναχος Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος στο οικογενειακό μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής.  Από ευγνωμοσύνη ο Φώτης λαμβάνει ως επώνυμο αυτό της οικογένειας της μητέρας του.

Το 1906 αφού τελείωσε το δημοτικό εγγράφεται στο γυμνάσιο του Αϊβαλιού.  Από την περίοδο της σπουδής του στο γυμνάσιο δίνει τα πρώτα δείγματα του συγγραφικού και εικαστικού του ταλέντου.  Μαζί με τους συμμαθητές του Στρατή Δούκα και Πάνο Βαλσαμάκη εκδίδουν το περιοδικό «Μέλισσα» στο οποίο εικονογραφεί και ο ίδιος.

Το 1913 εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Αθήνα όπου και συγκατοικεί με τον φίλο του Δούκα. Καθηγητές του στη Σχολή ήταν οι Καλούδης, Γερανιώτης, Ροϊλός, Βικάτος.  Εκεί γνωρίζεται και με τον Σπύρο Παπαλουκά, που ήταν στο τέταρτο έτος στα εργαστήρια του Ροϊλού και του Βικάτου.  Με τη κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένειά του αδυνατεί να του στέλνει το επίδομα σπουδών και έτσι αναγκάζεται μαζί με άλλους συσπουδαστές του, όπως ο Παπαλουκάς, ο Μαλέας, ο Παρθένης, να εργαστεί σε φωτογραφεία και σε κατασκευή-βαφή θεατρικών σκηνικών.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου διωγμού και των γεγονότων που συνέβαιναν στα Μικρασιατικά Παράλια (1914 – 1917) ο Κόντογλου έχασε την μητέρα του και τον θείο του.  Το 1915 διακόπτει τις σπουδές του στην Αθήνα και μεταβαίνει στη Γαλλία όπου εργάζεται αρχικά στο Περιγκέ και στη Λιμόζ τορναδόρος σ’ εργοστάσιο πυρομαχικών στη συνέχεια δε μεταβαίνει στο Παρίσι.

Παραμένει στο Παρίσι και συνεργάζεται με την εφημερίδα Illustration.  Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι συναντά τον φίλο του Σπύρο Παπαλουκά.  Γίνεται γρήγορα γνωστός στους εικαστικούς κύκλους και το 1916 βραβεύεται για την εικονογράφηση του βιβλίου του Κνουτ Χαμσουν «Η πείνα». Γράφει επίσης το πρώτο του λογοτεχνικό έργο «Πέδρο Καζάς», το οποίο αναφέρεται στην ιστορία ενός Ισπανού κουρσάρου.

Με το πέρας του πολέμου, το 1919 επιστρέφει στο Αϊβαλί όπου διδάσκει Γαλλικά και Τεχνικά στο εκεί Παρθεναγωγείο.  Με τους λογοτέχνες Ηλία Βενέζη και Στρατή Δούκα ιδρύουν τον πνευματικό σύλλογο « Νέοι Άνθρωποι ».
Το 1921 στρατεύεται και μετέχει στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Με την κατάρρευση του Μετώπου και την επελθούσα Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 καταφεύγει πρόσφυγας στη Μυτιλήνη και στην συνέχεια στην Αθήνα όπου και εγκαταστάθηκε.

Την άνοιξη του 1923 μεταβαίνει στο Άγιο Όρος στη συνέχεια δε επιστρέφει στη Μυτιλήνη με περίπου πενήντα αντίγραφα των Θεοφάνη και Φράγκου Κατελάνου και παρουσιάζει την πρώτη του έκθεση μαζί με τον ζωγράφο Μαλέα.  Τον Οκτώβριο επιστρέφει στην Αθήνα όπου εκθέτει στο Λύκειο των Ελληνίδων.  Τότε γνωρίζει και τους Φ. Πολίτη και Δ. Πικιώνη.  Παράλληλα σχεδιάζει για τους εκδοτικούς οίκους Ελευθερουδάκη και Γιανάρη, δουλεύει δε όπου μπορεί για την επιβίωση.

Το 1926 παντρεύεται με την επίσης από το Αϊβαλί Μαρία Χατζηκαμπούρη  με την οποία απέκτησε την μοναδική του θυγατέρα τη Δέσπω.  Συνεργάζεται με τα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα» και «Νέα Εστία» ενώ συνεχίζει να φιλοτεχνεί σκηνικά. 

Παράλληλα, με την λογοτεχνική του πέννα, δημιουργεί και εκδίδει την «Βασάντα» (1925), «Τα ταξίδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και της Ανατολής» (1928).  Άλλα του έργα είναι «Ο Αστρολάβος» (1934), «Φημισμένοι άνδρες και λησμονημένοι» (1942), «Ο Θεός Κόνανος και το Μοναστήρι του το λεγόμενο Καταβύθιση» (1943), «Τα Δαιμόνια της Φρυγίας, εξ΄ Ανατολών πνεύματα οργισμένα» (1942),  «Έλληνες θαλασσινοί στις θάλασσες της Νοτιάς, Η Αφρική και οι θάλασσες της Νοτιάς» (1944), «Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα» (1944), «Ιστορίες και περιστατικά» (1944), «Οι αρχαίοι άνθρωποι της Ανατολής» (1945), «Βίος και πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του δια Χριστόν σαλού» (1947), «Βίος και άσκησις του οσίου Πατρός ημών Αγίου Μάρκου του Αναχωρητού» (1947), «Άνθος ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους πατέρας» (1949), «Πηγή ζωής» (1951), «Το κατά Ματθαίον Άγιον Ευαγγέλιον εξηγημένον» (1952), «Το θρηνητικό συναξάρι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου» (1953), «Εικόνες της Παναγίας» (1953), «Βίος και πολιτεία του Αγίου και ενδόξου Ιερομάρτυρος Θεράποντος του Θαυματουργού» (1955), «Η αγιασμένη  Ελλάδα» (1957), «Όρη άγια» (1958), «Οι άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος και η Εικόνα του Χριστού όπου ευρέθη εις την Καρυάν της Θέρμης» (1961), «Η απελπισία του θανάτου εις την θρησκευτική ζωγραφική της Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία» (1961), «Σημείον Μέγα» (1961), «Έργα Α´ Το Αϊβαλί η πατρίδα μου» (1961), «Έργα Β´ Αδάμαστες ψυχές» (1961) και τέλος η «Έκφρασις» (1961) που βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Κατά την διάρκεια 1931-1932 εργάζεται ως συντηρητής στο Βυζαντινό μουσείο, κτίζει δε το σπίτι του στην περιοχή Κυπριάδη στα Πατήσια στο οποίο μαζί με τους μαθητές του Τσαρούχη και Εγγονόπουλο διακοσμούν ένα από τα δωμάτια με τοιχογραφίες.
Το 1933 μεταβαίνει στην Αίγυπτο για την οργάνωση του εκεί Κοπτικού Μουσείου, το 1935 ασχολείται με την συντήρηση έργων στο Μουσείο της Κέρκυρας και στη συνέχεια στις τοιχογραφίες του Μυστρά, κατά το 1938-1939 φιλοτεχνεί τις τοιχογραφίες του Δημαρχείου της Αθήνας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η ζωή του Κόντογλου απέβη δύσκολη.  Αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του για λίγο λάδι, έχασε την αγαπημένη του αδελφή, η δε σύζυγός του αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας.  Παρηγοριά του είχε την θρησκεία στην οποία και σιγά-σιγά αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την κοσμική ζωγραφική και να ασχοληθεί με την αγιογράφηση εικόνων, ναών και παρεκκλησίων.

Το αγιογραφικό έργο του Κόντογλου  κορυφώνεται κατά την δεκαετία 1950-1960. Αγιογράφησε πολλούς ιερούς ναούς όπως αυτούς της Αγίας Λουκίας της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών, τη Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία, τον Ευαγγελισμό στη Ρόδο, την Αγία Παρασκευή Παιανίας, την Καπνικαρέα, τον  Άγιο Ανδρέα στα Κάτω Πατήσια,  τον Άγιο Χαράλαμπο στο Πολύγωνο, τον  Άγιο Γεώργιο Κυψέλης, το παρεκκλήσι  της οικογένειας Καμπάνη στην Παιανία, το παρεκκλήσι της Πολυκλινικής Αθηνών,  καθώς και τα παρεκκλήσια των Ιερών Ναών Αγίου Κωνσταντίνου Ομόνοιας και Αγίας Βαρβάρας Αιγάλεω.

Το 1960 βραβεύεται με το παράσημο του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Φοίνικα.  Το 1965 η Ακαδημία Αθηνών τον Τίμησε με το «Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών».  Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο Φώτης Κόντογλου απεβίωσε στις 13 Ιουλίου 1965 στον Ευαγγελισμό όπου νοσηλευόταν μετά από σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
 

Πηγές:

1.Οι Έλληνες Ζωγράφοι, 20ς αιώνας, Τόμος 2ος.  ΜΕΛΙΣΣΑ

2. www.phys.gr/~nectar/arts/tribunes/fwths_kontogloy/kontogloy_biografia.htm , ( Παν. Ριζόπουλος)

3. www.sansimera.gr/archives/biographies


Σύνταξη:

Κ. Κρ. Μπαρμπάτση

 


 

Association of the Enosi Smyrneon Powered by Elxis - Open Source CMS.  Copyright (C) 2006-2017 Elxis.org. All rights reserved.