Αρχική arrow Άρθρα - Εκδόσεις arrow Άρθρα Αρχείου arrow Εικόνες από τη ζωή της Ελληνικής Κοινότητας Θείρων

Εικόνες από τη ζωή της Ελληνικής Κοινότητας Θείρων

Δευτέρα, 14 Νοέμβριος 2011

Εικόνες από τη ζωή της  Ελληνικής Κοινότητας Θείρων

Το 1883 ο γάλλος γεωγράφος Elisée Reclus γράφει για τα Θείρα και την περιοχή τους: «Νότια των βουνών της Σμύρνης, η κοιλάδα του Καΰστρου ή του «Μικρού Μαιάνδρου» που καταλήγει στα έλη της Εφέσου, είναι η περιοχή μικρής έκτασης που οι αρχαίοι ονόμαζαν ειδικότερα με το όνομα της Ασίας, είναι μια από τις περιφέρειες τις πιο πολυάνθρωπες και πιο εμπορικές της Ανατολίας.

Εκατοντάδες χωριά και τρεις σημαντικές πόλεις, των οποίων ο πληθυσμός είναι ακόμη κατά πλειοψηφία τουρκικός, Οδεμίς, Θείρα, Μπαϊντίρ, αποστέλλουν στη Σμύρνη τα προϊόντα της περιοχής: σταφίδες, λάδι, σύκα, δημητριακά. Τα Θείρα, συνδεδεμένα στο σιδηροδρομικό δίκτυο της Σμύρνης, είναι μια από τις πιο όμορφες αστικές περιοχές της Μικράς Ασίας. Χωρισμένη σε πολυάριθμες συνοικίες, τις οποίες χωρίζουν δασωμένα ρέματα, είναι πιο πολύ μια ομάδα πόλεων παρά μια ενιαία πόλη». Το 1835 ο Wrontschenko αναφέρει ότι η πόλη έχει 16.000 κατοίκους και 4.000 σπίτια, από τα οποία τα 200 ελληνικά. Ο εμπορικός οδηγός Nalpas του 1893 αναφέρει πληθυσμό 25.000 τούρκων, 5.000 ελλήνων και 2.000 ισραηλιτών.


Οι έλληνες των Θείρων, ήσαν οργανωμένοι στη ρωμαίικη Κοινότητα Θείρων και κατοικούσαν σε ξεχωριστή συνοικία, όπως κάθε μιλέτ στην οθωμανική επικράτεια. Η διοίκηση των κοινοτικών θεμάτων ήταν αντικείμενο της Δημογεροντίας, που για θέματα της εκκλησίας και των σχολείων βοηθιόταν από την Εφοροεπιτροπή. Η ιστορία της Ελληνικής Κοινότητας Θείρων δεν έχει μελετηθεί, όπως δυστυχώς των περισσότερων ελληνικών Κοινοτήτων της Μικράς Ασίας. Ο Πλούταρχος Δούλης, στη μοναδική μονογραφία για την ελληνική κοινότητα Θείρων, αναφέρει: Η Ελληνική συνοικία απλωμένη στην είσοδο της πόλης κρατούσε ως το κέντρο της και ήτανε κυριολεκτικά η βιτρίνα της. Από τις άλλες δυο, η Εβραϊκή ξεκινούσε από το δεξιό της αγοράς και η Τουρκική από το τέρμα της Ελληνικής ανηφόριζε προς τη Μεσωγίδα.

Το τραίνο ξεκινούσε από την Πούντα της Σμύρνης και μετά από διαδρομή 92 χιλιομέτρων και 14 σταθμούς, έφθανε στα Θείρα. Ο σταθμός των Θείρων εντυπωσίαζε με την καταπράσινη πλατεία του, τις πανύψηλες λεύκες, την όμορφη πέτρινη βρύση και το συμπαθητικό για τη λιτότητά του καφενείο του Θόδωρου Κορωναίου. Από το σταθμό μέσα σε 10 λεπτά έφθανες στα πρώτα ρωμαίικα σπίτια ακολουθώντας ένα φαρδύ πλατανόφυτο δρόμο, όπου γινότανε ο συνηθισμένος περίπατος των ρωμιών πλάι από τη μεγάλη αλάνα όπου παίζανε τα ρωμνάκια. Η υπαίθρια πλατεία του καφενείου ήτανε γεμάτη τις Κυριακές και τις χριστιανικές γιορτές μόνο από Ρωμιούς. Οι Τούρκοι και οι Εβραίοι κατεβαίνανε στο σταθμό το πρωί ή το βράδυ που έφευγε το τραίνο και πολύ σπάνια για περίπατο. Έτσι σε όλη τη περιοχή, από το σταθμό ως τους Ρωμαίικους μαχαλάδες ακουγότανε μόνο η Ελληνική γλώσσα. Οι ξένοι που φτάνανε από τη Σμύρνη, για να μπούνε στη πόλη, περνούσανε υποχρεωτικά από τους ρωμαίικους μαχαλάδες, πρωτοαντικρύζοντας το συγκρότημα των Ρωμαίικων Σχολείων και της Μητρόπολης.

Τα αρχαιότερα τζαμιά των Θείρων, άγνωστο πόσα, ήσαν παλιές εκκλησίες.

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στα Θείρα λειτουργούσαν πέντε ορθόδοξες εκκλησίες:

Η Εκκλησία της Κοιμήσεως  της Θεοτόκου ή  η Πάνω Παναγιά, ήτανε χτισμένη κοντά στην αγορά… Η παλιά θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς, συγκέντρωνε τα «Νιάμερα», πληθώρα προσκυνητών από κάθε γωνιά της γύρω περιοχής. Πολλές Τουρκάλες που πιστεύανε στη χάρη της, την αποκαλούσανε «Μεριέμ Ανά» (Μητέρα Μαρία) και παίρνανε μέρος στις αγρυπνίες των χριστιανών φέρνοντας λάδι και άλλα αφιερώματα.

Η Εκκλησία των Ταξιαρχών βρισκότανε παράπλευρα στο χείμαρρο Σκουράν Ντερέ, ήτανε μαρμαρόστρωτη και μαρμαρόχτιστη και είχε αξιόλογη αγιογράφηση… Στο περίβολο της εκκλησίας βρισκότανε το υπερυψωμένο Αναγνωστήριο της Κοινότητας που ιδρύθηκε πριν από το 1880 με συνδρομές και είχε μεγάλο αριθμό από κάθε είδος συγγράμματα. Στο Αναγνωστήριο αυτό, που ήτανε ανοιχτό και τις γιορτές και βραδυνές ώρες, δινόντουσαν τακτικά διαλέξεις από ιεροκήρυκες και λογοτέχνες της Σμύρνης.

Το  Εκκλησάκι της  Αγίας Κυριακής βρισκότανε στην άκρη της πόλης στη μια πλευρά της καταπράσινης χαράδρας, που τη χώριζε στα δυο, ο Ντερμέν Ντερές (χείμαρρος των Μύλων). Ήτανε πάντα συντροφευμένο από προσκυνητές για το θαυματουργό του αγίασμα, που ξεπηδούσε κάτω από την ωραία του πύλη. Στη στέγη του ήτανε θεμελιωμένο μικρό τζαμί, που το χτίσανε οι Τούρκοι πριν το 1900, επειδή, όσο το εκκλησάκι ήτανε μόνο του στο ψήλωμα, προκαλούσε τα θρησκευτικά αισθήματα των πιστών Μουσουλμάνων. Στο τζαμί αυτό δεν στέριωσε μιναρές όσο κι αν το προσπαθούσανε οι Τούρκοι, κι’ αυτό οι Χριστιανοί, μα και πολλοί Τούρκοι, το αποδίδανε στην οργή της Αγίας, για την απρεπή βεβήλωση. Όπως λένε, ο Τούρκος φύλακας του τζαμιού που κρατούσε και το κλειδί της Εκκλησίας, άναβε ταχτικά τη κανδήλα της Άγιας και απόδινε τη σωτηρία του παιδιού του, από θανάσιμη αρρώστεια, στη χάρη της και στο αγίασμά της που του έδωσε να πιεί. Ο ίδιος έλεγε ότι είχε πάντα γεμάτο λάδι το καντήλι της, γιατί όταν έσβυνε, τον πρόσταζε στον ύπνο του μια ξανθή κυρά να το ανάψει. Και οι τουρκάλες πιστεύανε στην υπερφυσική δύναμη που είχε το αγίασμα της «Σαγλίκ Βερέν Χανούμ» (Αφέντρας της Υγείας). Ακόμα κόβανε μικρά κομμάτια από τα ρούχα των αρρώστων και τα δένανε στο καγκελόφραχτο παράθυρο της εκκλησούλας, για να βοηθήσει η Αγία στη γιατρειά τους και λέγανε ότι την βλέπανε συχνά να χτενίζεται ανάμεσα στα αγριολούλουδα.

Η Εκκλησία του Άγιου  Χαράλαμπου είχε μέσα στον πορτοκαλλόφυτο περίβολό της το μικρό ρωμαίικο νοσοκομείο ο «Άγιος Χαράλαμπος», πλημμυρισμένο στο πράσινο και στα άνθη. Κατάντικρυ στην εκκλησία βρισκότανε ο ξενώνας τα «Παλιά Σπιτάλια», κτήμα της Χριστιανικής Κοινότητας, όπου στεγαζόντουσαν δωρεάν οι άποροι ξένοι.

Η εκκλησία των Εισοδείων ήτανε η Μητρόπολη και όπως λένε, πήρε το όνομά της «Κάτω Παναγιά» από την μισοϋπόγεια κατασκευή της στα 1872. Οι φανατικοί μουσουλμάνοι επέτρεψαν την ανέγερσή της με περιορισμό να μη ξεπερνά σε ύψος το ανδρικό ανάστημα. Η Μητρόπολη είχε αυλόγυρο πάνω από 10 στρέμματα που τον δεντροφυτέψανε με ελιές και πορτοκαλιές και τον τριγυρίσανε με τοίχο δυο φορές ψηλότερό της και με δυο μεγαλόπρεπες εισόδους. Πλάι από την μπροστινή είσοδο υψώσανε τις αίθουσες, τα κελλιά και τα γραφεία της Μητρόπολης.

Ελληνικά σχολεία ιδρύθηκαν γύρω στα 1825. Αργότερα κατασκευάστηκαν σύγχρονα σχολεία. Μέσα στον αυλόγυρο της Μητρόπολης κατασκευάστηκε το επτατάξιο Παρθεναγωγείο με το Νηπιαγωγείο. Προς τα πίσω ο αυλόγυρος επικοινωνούσε με τον δεντρόφυτο του Αρρεναγωγείου. Το 1901 το Νηπιαγωγείο είχε 249 νήπια, το Παρθεναγωγείο 250 μαθήτριες και το Αρρεναγωγείο 198 μαθητές. …Η φοίτηση ήτανε προαιρετική, την έκανε όμως σαν υποχρεωτική, πρώτα η επιθυμία των γονιών να δούνε τα παιδιά τους γραμματισμένα και ύστερα το ενδιαφέρον της Κοινότητας για την παιδεία. Έτσι η Κοινότητα και δίδακτρα δεν έπαιρνε από τα άπορα παιδιά και τους έδινε δωρεάν και βιβλία και ρουχισμό. Και αυτά με πόρους από τα δίδακτρα που πληρώνανε οι άλλοι μαθητές ανάλογα με τη περιουσιακή κατάσταση των γονιών τους, από έκτακτες δωρεές, από μαθητικές παραστάσεις, από λαχειοφόρες αγορές, και πιο πολύ από τους δίσκους των εκκλησιών». Το διδαχτικό προσωπικό των Σχολείων το διόριζε η Δημογεροντία και το παρακολουθούσε η Εφοροεπιτροπή.
Το  σωματείο «Απόλλων», εκτός από τις Αθλητικές επιδόσεις του, φρόντιζε και συντηρούσε τη Φιλαρμονική με πάνω από 20 όργανα. Η Φιλαρμονική έπαιρνε μέρος και έδινε λαμπρότητα σε όλες τις θρησκευτικές και πανηγυρικές εκδηλώσεις των Ρωμιών.

Σε αντίθεση με την απομόνωση της Τουρκάλας… η Ρωμιά, έπαιρνε μέρος, συντροφιά με τους άντρες, σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Με την παρουσία της και τις κουβέντες, στα κέντρα, στις εκδρομές και στα πανηγύρια έδινε μια ξεχωριστή χάρη, τόσο που η πόλη, για κάθε ξένο πρόβαλε σαν Ελληνική, μια που έπαιρνε το χρώμα της από τις ελληνίδες. Παράλληλα, οι ελληνίδες των Θείρων ίδρυσαν το Σύλλογο «Σύμπνοια», που, μαζύ με άλλες εκδηλώσεις, ωργάνωνε για κοινωφελείς και φιλανθρωπικούς σκοπούς, λαχειοφόρες αγορές και παραστάσεις θεατρικές, αρχαίες τραγωδίες και σύγχρονα κωμειδύλλια. 
Αγροτικές ασχολίες και προϊόντα

Αξιόλογη ήτανε η παραγωγή καπνού, γλυκόριζας, σταφίδας, φρούτων, δημητριακών, λαδιού, βαμβακιού και καναβιού για τη σχοινοποιία, ως και αλόγων καλής ράτσας. Οι κτηματίες ρωμιοί και Τούρκοι, μαζύ με τη προσωπική τους εργασία χρησιμοποιούσανε και τούρκους εργάτες. Οι εργάτες κι’ εργάτριες προτιμούσανε τους ρωμιούς εργοδότες γιατί και πληρωνόντουσαν και περνούσανε καλύτερα.

Ενώ οι Τουρκάλες εργάτριες δουλεύανε έτσι σκληρά στα χωράφια με τον ήλιο, το κρύο και τις βροχές, οι ρωμιές και εβραίες κερδίζανε το ψωμί τους με την οικοτεχνία. Παράλληλα με τις άλλες οικιακές ασχολίες τους, τρέφανε στα σπιτικά τους μεταξοσκώληκες με φύλλα μουριάς, που τα μαζεύανε από τα δένδρα των δρόμων, πραγματοποιώντας ένα καλό εισόδημα από το πούλημα των κουκουλιών. Άλλες ειδικευμένες κεντήτριες, μαζύ με το ράψιμο της τούρκικης φορεσιάς, αναλαμβάνανε και το στόλισμά της με κεντίδια.
Βιοτεχνία αξιόλογη και για εξαγωγή ήτανε η σχοινοποιία. Ξεπερνούσε τα 400 εργαστήρια το πιο πολύ τουρκικά. Η ποτοβιοτεχνία, που βρισκότανε σε ρωμαίικα χέρια και η αλευροβιοτεχνία μόνο σε τουρκικά, δεν ξεπερνούσανε τη ντόπια κατανάλωση. Οι νερόμυλοι για το άλεσμα σταριού, πάνω από είκοσι, ήτανε αραδιασμένοι σε όλο το μάκρος του Ντερμέν Ντερέ.

Εμπόριο

Το ξεπούλημα  των γεωργικών και κτηνοτροφικών  προϊόντων, γινότανε κάθε Δευτέρα στη  Λόντζα και στο Χαϊβάν Παζάρι (ζωαγορά), όπου από τα χαράματα τα μεταφέρανε οι Τούρκοι αγρότες από τα γύρω χωριά.      

Από τους Ρωμιούς  που κρατούσανε στα χέρια τους το εμπόριο ξεχωρίζανε οι Αδελφοί Γιαννακός και Νικολάκης Χιωτάκης, Αλέξης Νικολαΐδης, Γιώργης και Τιμολέων Σαρόγλου, Αναστάσης Χατζηκωνσταντίνου, Μιχάλης Σταμπουλούς, Ηλίας Γαλανός κ.ά. 

Ξενοδοχεία είχε την ΩΡΑΙΑ ΣΜΥΡΝΗ, την ΟΜΟΝΟΙΑ, και χάνια του Μαθιού και άλλα με σταύλους για τα ζώα. Ακόμα είχε πολλά καφενεία, ταβέρνες και εστιατόρια.
Έλληνες γιατροί ήσαν οι Πολύδωρος Δούλης, Νικόλαος Παυλίδης, Σπ. Παπακώστας, Γεώργιος Μαραβέλιας και Εμμανουήλ Κουντούρης. Φαρμακοποιοί ήσαν ο Βασίλειος Μωραϊτίδης και ο Σπύρος Παναγιωτίδης.

Δικηγόροι υπήρχανε μόνο Τούρκοι και με τουρκική πελατεία επειδή οι Ρωμιοί λύνανε τις διαφορές τους συμβιβαστικά προσφεύγοντας στη Δημογεροντία. Τις αντιδικίες με Τούρκους τις αποφεύγανε με κάθε τρόπο, γιατί σπάνια βρίσκανε το δίκιο τους από τα Τουρκικά Δικαστήρια και όταν το βρίσκανε χανότανε το όφελος σε μπαξίσια ή έμενε στα χαρτιά μπροστά στις απειλές του τούρκου αντίδικου. Σαν είδος δικολάβου πρέπει να μνημονευθεί η πασίγνωστη σε Τούρκους και σε Ρωμιούς «Νόνα Ραλίτσα», χήρα του Χατζή Αρτέμη Μεϊμάρογλου, από εύπορη οικογένεια, τουρκομαθής και θαρραλέα. Με την ικανότητα και τις τολμηρές παρεμβάσεις της στις τοπικές αρχές, γλύτωσε πολλούς ρωμιούς από επικίνδυνες περιπέτειες. Ανεξάντλητη σε αγαθοεργίες βοηθούσε και στην αποκατάσταση ορφανών κοριτσιών και από τις πολλές βαφτίσεις που έκανε, έμεινε γνωστή σαν «Νόνα Ραλίτσα». Όλα δε αυτά τα έκανε δίχως καμιά αμοιβή και μόνο για να προσφέρη υπηρεσίες. Η χριστιανική αυτή δράση της διακόπηκε όταν Τούρκοι, που μείνανε άγνωστοι, σκοτώσανε το γυιό της στα τέλη του 1914 όξω από την πόλη. Από τότε κατάρρευσε απότομα και πέθανε.

Φυσικό  Περιβάλλον και Εκδρομές

Το φυσικό περιβάλλον των Θείρων πλούσιο σε νερά από τις άφθονες πηγές, τα ρυάκια, τους χειμάρρους και τα ποταμίσια παρακλάδια, ήτανε λουλουδένιο και καταπράσινο. Τραβούσε σαν μαγνήτης όχι μόνο τους θειριανούς, μα και τους ξένους, που φτάνανε συχνά οργανωμένοι σε εκδρομικές ομάδες από τη Σμύρνη.

Περίπατοι γινόντουσαν προς τον Γέναγα με τον πελώριο γεροπλάτανο στο μέσο της αλάνας και το καφενεδάκι πλάι στη δεξαμενή, που μαζύ με τα ρετσέλια και τον καφέ σερβίριζε στους ρωμιούς τη σαρακοστή τον μπαλμά (μαρουλάκια ραντισμένα με γλυκάδι και πετιμέζι).

Ο Λαλέ Τεπές (Λόφος με τις Ανεμώνες) γιόμιζε τ’ Άη Γιαννιού από κοπέλλες και παληκάρια, που τη παραμονή είχανε πηδήξει στα τρίστρατα τις «φωτιές», κι’ οι νιές, αφού είχανε ακούσει στο κλείδωνα τα μελλούμενα για την αποκατάστασή τους. Αυτοί, όλοι μαζί τώρα, ανεβαίνανε απ’ το πρωί στο λόφο για να χορέψουνε… Τη Καθαρή Δευτέρα η εκδρομή στο λόφο ήτανε η χαρά των παιδιών, γιατί εκεί αμολάγανε τα τσερκένια τους, πατώντας στα πελώρια χαλιά από μπλε και κόκκινες ανεμώνες, που τον σκεπάζανε ολόκληρο.

Το Χαβουζλού, ήτανε άλλη συνηθισμένη εκδρομική τοποθεσία με τα πλατάνια και τα κάθε λογής λουλούδια και την ολοστρόγγυλη χαβούζα με τις πάπιες. Εκεί εκτός από τον καφέ και τα γλυκά του κουταλιού σερβίριζε τούρκος καφετζής μέσα σε βαθειά πιάτα, το παγωμένο από φυσικό χιόνι κουσάφι (σούπα από σταφίδες) αρωματισμένο με μυρσινόφυλλα.

Η Αγία Κυριακή με το εκκλησάκι και το καφενεδάκι της και σαν προσκύνημα και σαν εξοχή ήτανε κάτι το φαντασμαγορικό.  Πλημμυρισμένη στ’ αγριολούλουδα, πρόβαλλε από τη μια μεριά του Ντερμέν Ντερέ και ενωνότανε με την άλλη με το πέτρινο γεφυράκι, λουσμένο στον κισσό. Στις δυο άκρες του χειμάρρου πελώριες καστανιές και πλατάνια ρίχνανε ξέσκεπες τις ρίζες τους βαθειά στα νερά.
Γιορτές και έθιμα

Της Αγίας  Βαρβάρας τα ρωμαίικα σπίτια ετοιμάζανε και προσφέρανε τα «βάρβαρα», που σα βάση τους είχανε διαλεχτό ξεφλουδισμένο στάρι βρασμένο με καρύδια, μύγδαλα, σταφίδα, ζάχαρη και λίγα ρεβύθια και κουκιά… Βάρβαρα βράζανε και στα τρίστρατα συντροφιές από γυναίκες και τα σερβίρανε δωρεάν για το καλό στους διαβάτες, ακόμα και στους Τούρκους, που τα τρώγανε πρόθυμα.

Οι  μέρες των Χριστουγέννων  της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων γιορταζόντουσαν με κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια και όλα τα ρωμαίικα σπίτια βρισκόντουσαν σε κίνηση. Έπρεπε να ζυμώσουνε και να ετοιμάσουνε, μαζύ με τη πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιττα, τα αετάκια και τα φοινίκια, που ζυμωνόντουσαν μόνο με σαμόλαδο. Την παραμονή των Φώτων, στη πλατεία του Πάνω Μαχαλά, στηνότανε όρθιος, πάνω σε σωρούς από κάθε είδους καύσιμα ο Καλλικάντζαρος, ένα κακομούτσουνο ψιλόλιγνο και στραβοπόδαρο ανθρωπάκι με σκούφο στο κεφάλι, ντυμένο στα κουρέλια. Στα καύσιμα απαραίτητα ήτανε τα κιντίρια (καλάμια καννάβινα), που τ’ αγοράζανε σε φορτία με εισφορές περαστικών και τις λέγανε «κιντίρ παρασί». Το «κιντίρ παρασί» το πληρώνανε πρόθυμα και οι Τούρκοι, γιατί κι αυτοί πιστεύανε πως μέσα στο δωδεκαήμερο, από τα Χριστούγεννα ως των Φώτων, που βασιλεύανε οι Καλλικάντζαροι, τους έκαναν κάθε είδους ζημιές κι’ αναστατώνανε τις νύχτες τα ζώα τους. Στο κάψιμο του Καλλικάντζαρου, που κρατούσε και φώταγε σε μεγάλη απόσταση, γινότανε πανζουρλισμός με ροκάνες και φωναχτά περιπαίγματα του στραβοπόδαρου, που ξορκιζότανε με τον αγιασμό των υδάτων στα τρίσβαθα της γης, για ένα ολόκληρο χρόνο.      

Την τελευταία  Κυριακή της αποκρηάς, φροντισμένος κι’ από τα δυο Σωματεία, τον «Απόλλωνα» και τη «Σύμπνοια», ξεχυνότανε στις συνοικίες ο καρνάβαλος, με αμάξια και κάρρα πνιγμένα στα λουλούδια…

Από την  Κυριακή των Βαΐων αρχίζανε οι προετοιμασίες για τη Μεγάλη Βδομάδα. Την αναγγέλανε θορυβώδικα τα παιδιά με ροκάνες.

Από τη Μεγάλη Πέμπτη, που γεμίζανε οι δρόμοι από ζωντανά αρνιά για το Πάσχα και βαφόντουσαν κόκκινα τα Πασχαλινά αυγά, ετοιμαζόντουσαν τα τσουρέκια, όλα σπιτικά, με ένα κόκκινο αυγό στη μέση και από ένα δικέφαλο αετό στις τέσσαρες πλευρές τους. Τη Μεγάλη Παρασκευή τα παιδιά μαζεύανε όστρακα από σαλιγκάρια… και τα κολλούσανε με πηλό στους τοίχους των ρωμαίικων σπιτιών, τα γεμίζανε με λάδι, τους βάζανε φυτίλι και τα ανάβανε μόλις σκοτείνιαζε, ψέλνοντας τα Εγκώμια του Επιταφίου, ως την ώρα της Περιφοράς.

Τη Πρωτομαγιά, «ο «Μάης», το λουλουδένιο στεφάνι με ένα μεγάλο σκόρδο για να ξορκίζει το κακό μάτι κι’ ένα πράσινο σταρένιο στάχυ για να φέρη την αφθονία, δεν έλειπε από καμιά ρωμαίικη εξώπορτα.

Συνηθισμένες  ήτανε στα Θείρα οι βραδυνές σπιτικές συγκεντρώσεις (βεγγέρες)… Τις χειμωνιάτικες νύχτες σπάζανε τη μονοτονία με πατριωτικές απαγγελίες, με ιστορίες σοβαρές και αστείες, με χορούς όπως το συρτό, το μπάλο, την πόλκα μαζούρκα, τις καντρίλιες, το βαλς… Στις βεγγέρες συνηθιζόντουσαν πολύ και τα ταμπλώ βιβάν… και παιχνίδια όπως ο μουτζούρης, το ντου ντου ντου και άλλα…
Ο Κινηματογράφος

Στα τέλη του 1913 οι Βασίλειος Μωραϊτίδης και Τηλέμαχος Δούλης… ανοίξανε στο κεντρικώτερο σημείο της Ρωμαίικης συνοικίας τον «Κινηματογράφο των Θείρων» και ηλεκτροφώτισαν τα πάνω στο δρόμο κέντρα μέχρι τη Μητρόπολη. Ο Κινηματογράφος, πρόβαλλε μαζύ με τα έργα και τις ενδιαφέρουσες παγκόσμιες επικαιρότητες. Η ίδρυση του κινηματογράφου συνέπεσε μετά από τους νικηφόρους Ελληνικούς πολέμους του 1912-1913 με ηττημένους τους Τούρκους και τους Βουλγάρους. Οι Τούρκοι όλο μίσος κατά των Ρωμιών, που τους ένιωθαν χαρούμενους, και με περίσσιο φθόνο για την ηλεκτροφώτιση της γκιαούρικης συνοικίας όλο και ζητάγανε αφορμές να φέρουνε εμπόδια στη λειτουργία του. Έτσι βρίσκοντας ότι ανάμεσα στα κοκκινόλευκα λαμπιόνια της εισόδου του υπήρχανε και γαλανόλευκα, αξιώσανε την αντικατάστασή τους με κοκκινόλευκα. Και όταν σε μια από τις προβολές της «Εφημερίδας Γκωμόν» εμφανίσθηκε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος, η προβολή διακόπηκε, επειδή οι εκδηλώσεις των θεατών στην εμφάνιση του Βενιζέλου, θίγανε την εθνική φιλοτιμία των Τούρκων. Το ίδιο έγινε με την προβολή ταινίας που έφερνε νικητές Γάλλους και ηττημένους Αλγερινούς φελάχους, γιατί με την ήττα των φελάχων, θιγόντουσαν τώρα τα θρησκευτικά αισθήματα του τουρκικού λαού. Στην ολιγόμηνη ζωή του ο κινηματογράφος συγκέντρωσε όλη την εκλεκτή κοινωνία των Θείρων και των τριών φυλών, Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων και ήτανε για την πόλη το πιο αγαπημένο της ψυχαγωγίας κέντρο.

Οι  συστηματικοί διωγμοί των ελλήνων αρχίζουν στα Θείρα, όπως σε ολόκληρη τη Δυτική Μικρασία, από τις αρχές του 1914, πριν από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνδυάζονται με μποϋκοτάζ που κηρύσσεται «κατά των γκιαούρηδων και απαγορεύεται στους Τούρκους να αγοράζουνε οτιδήποτε από τους Ρωμιούς. Απαγορεύεται στους Τούρκους εργάτες να δουλεύουνε στα ρωμαίικα κτήματα. Νεκρώνεται έτσι το ρωμαίικο εμπόριο και καταστρέφεται η παραγωγή. Στα Θείρα, με τη στράτευση της νεολαίας, την ανασφάλεια της υπαίθρου και την άγρια τρομοκρατία, τα κτήματα μένουν απεριποίητα και ακαλλιέργητα, γιατί τα γυναικόπαιδα δεν τολμούνε να ξεμυτίσουνε από τη πόλη. Οι Ρωμιοί εξοντώνονται έμμεσα με την κατάταξή τους στα αμελέ ταμπουρού. Την πρωτινή ευημερία διαδέχεται φτώχεια, θλίψη και πολλά δάκρυα, όταν μαθαίνονται, ο ένας ύστερα από τον άλλον, τόσοι θάνατοι παληκαριών και ντύνονται στα μαύρα μάνες και αδέλφια. Όσοι αποτολμούνε να κρυφτούνε τουφεκίζονται ως φυγόστρατοι, όπως ο Δημητρός Μπατζάκας… Με τη στράτευση των ρωμιών… η Μικρασιατική νεολαία βρέθηκε στην απελευθέρωση αποδεκατισμένη. Είχε φθορά ασύγκριτα μεγαλύτερη από τη νεολαία της ελεύθερης Ελλάδας… Ωστόσο πολέμησε και στις τάξεις του στρατού μας, του Ελληνικού, κάνοντας το καθήκον της, ως το τέλος, ως την καταστροφή.

Η μεγάλη πυρκαϊά

Είναι Κυριακή 16 Ιουνίου 1916. Οι χριστιανοί παρακολουθούνε τη λειτουργία στις εκκλησίες, όταν μαζύ με την απόλυση ακούγονται φωνές: «Φωτιά, φωτιά» στο ρωμαίικο μαχαλά. Ο πολύς κόσμος ξεχύνεται να σώσει ότι μπορεί απ’ τα υπάρχοντά του. Τη φωτιά, αν και φαίνεται τυχαία, τη νιώθει σα βαλτή για να χαθή το Ρωμαίικο, αφού οι Τούρκοι από μέρες, με πρόφαση την επιδημία τύφου, την προετοιμάζανε έχοντας διακόψει την ύδρευση. Εκείνοι που ζητήσανε από τις αρχές να ελευθερωθή το νερό και να τους δοθούν οι αντλίες, καταλάβανε, με τα εμπόδια που τους φέρνανε, ότι οι Τούρκοι βρήκανε στη φωτιά αυτή, την ευκαιρία που ζητούσανε, μέσα στο γενικό σχέδιο των διωγμών, να καταστρέψουνε τους ρωμιούς. Όσο η πυρκαϊά απλώνεται ασταμάτητα στις ρωμαίικες συνοικίες, ο Τούρκος καϊμακάμης των Θείρων, όταν του ζητήθηκε η άδεια για ανατινάξεις σπιτιών από το μηχανικό Κώστα Χιωτάκη, δείχνει αδιαφορία και ακούγεται να λέει γιανσιλάρ γκιαουρλάρ (Να καούνε οι άπιστοι) και οι ζανταρμάδες όχι μόνο δεν βοηθούσανε στη κατάσβεσή της, αλλά την εμποδίζανε με κάθε τρόπο… Δεν αφήνανε όσους τρέχανε να ρίξουνε το πόσιμο νερό που είχανε σε αρχόμενες εστίες και δεν διστάζανε να σπάζουνε τα λογής δοχεία τους… Οι Τούρκοι σκληρά τιμωρηθήκανε με το φέρσιμό τους, όταν δυνατός άνεμος έσπρωξε τη νύχτα τη φωτιά προς τις τουρκικές συνοικίες. Τότε όχι μόνο αφήσανε ελεύθερα τα νερά μα φέρανε και επικουρικές αντλίες από τη Σμύρνη, με έκτακτο τραίνο. Όμως, μόνο το πρωί της Δευτέρας καταφέρανε να σβύσουνε τη φωτιά, όταν είχανε καεί μέσα στη νύχτα τα μισά και πάνω τζαμιά, ως 4.000 τουρκικά σπίτια, το τσαρσί και πάνω από 50 τούρκοι. Από την Εβραϊκή συνοικία που κάηκε όλη, μείνανε μόνο λίγα ακρινά σπίτια. Από το Ρωμαίικο καήκανε η Πάνω Παναγιά και οι Άγιοι Ταξιάρχες, τρεις χριστιανοί ηλικιωμένοι, όλα τα άλλα σπίτια και μαγαζιά εκτός από μια σειρά, σε όλο το μάκρος του δρόμου, μπρος στη Μητρόπολη και τα Σχολεία. Αυτά μείνανε για να μαρτυρούνε την Ελληνικότητα της πόλης. 

Με την  κατάληψη της Σμύρνης από τον Ελληνικό Στρατό στις 2 Μαΐου 1919, οι Θειριανοί περιμένουνε με αγωνία και τη δική τους απελευθέρωση. Οι Τούρκοι κατά τη περίοδο αυτή της αναμονής, για να προλάβουνε αντεκδικήσεις για σφαγές και διαρπαγές από φανατικούς ομόφυλούς τους, ωργανώσανε περιπολίες και φρουρούσανε τη πόλη μέρα νύχτα. Μάλιστα λέγανε φανερά στους ρωμιούς «Μη φοβόσαστε, όπως εμείς σας φυλάμε τώρα, έτσι και σεις να μας φυλάξετε όταν θα έρθουνε οι δικοί σας… Το πρωί της 16ης Μαΐου 1919 ειδοποιήθηκε η Μητρόπολη από ρωμιό καβαλάρη ότι ως το μεσημέρι το ευζωνικό μας θα έμπαινε στα Θείρα. Μόλις το νέο μαθεύτηκε, πλημμυρίσανε με γαλανόλευκες όλα τα ρωμαίικα σπίτια και πολλοί ξεκινήσανε πεζή να προϋπαντήσουνε το στρατό μας…

Στη περίοδο  αυτή ζωήρεψε και στα Θείρα η οικονομική και κοινωνική ζωή. Γυρίσανε όσοι μείνανε ζωντανοί από τα αμελέ ταμπουρού, βγήκανε στο φανερό όσοι κρυβόντουσαν και πυκνώσανε τις τάξεις του στρατού μας. Ξαναλειτούργησε ο Κινηματογράφος. Η Φιλαρμονική έδινε το παρόν σε κάθε πατριωτική ή καλλιτεχνική εκδήλωση και στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Λειτούργησε προσκοπική ομάδα. Τα Σωματεία ωργανώσανε όπως και πρώτα τις γνώριμες γιορταστικές εκδηλώσεις και ιδιαίτερα το Σωματείο Κυριών η «Σύμπνοια», τις τόσο αγαπητές στους Θειριανούς, ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις.

Καταστροφή και προσφυγιά

Με τη κατάρρευση του μετώπου οι τελευταίοι που έμειναν ακόμη στη πόλη, ακολουθούνε τη χωροφυλακή, που εγκαταλείπει τη πόλη για να φτάσουνε πεζή μέχρι το Βαϊνδήρι. Αφίνουνε πίσω τους, τους καθυστερημένους, τους άρρωστους, τους ηλικιωμένους, τις κακότυχες που τώρα βρέθηκε να κοιλοπονάνε. Αφίνουνε πίσω και όσους, μπρος στην αγάπη των ανήμπορων δικών τους, μένουνε να πεθάνουν μαζύ τους… Όταν τελειώνει η μαρτυρική πορεία, στοιβάζονται στο τραίνο, που μόλις προφτάσανε και είναι το τελευταίο, με ρωμιό οδηγό. Και τώρα περίτρομοι πηγαίνουνε (στη Σμύρνη) προς το άγνωστο.

Όσοι σωθήκανε από τη λαίλαπα και τις σφαγές της Σμύρνης σκορπίσανε στους πέντε ανέμους. Στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο βρέθηκε ο συγγραφέας του βιβλίου που χρησιμοποιήσαμε και άλλοι θειριανοί που ψάχνανε εναγωνίως να βρουν κάποια ίχνη δικών τους ανθρώπων. Διαβάζουμε στη «Ροδιακή» της 29ης Σεπτεμβρίου 1922: «Ο Αρτέμιος Πανάς εκ Θείρων Μικράς Ασίας ζητεί τους γονείς του Κωνσταντίνο και Φανή». «Ο Δημήτριος Κονταξής εκ Θείρων ζητεί πληροφορίες περί των αδελφών του Σοφίας, Βασιλείας, Αρτέμιδος, Αικατερίνης και του μικρού του αδελφού Ιωάννου». Άλλοι θειριανοί κατέφυγαν στην Ελλάδα.

Όπως μαθεύτηκε  από Εβραίους μετά από καιρό, μόλις  εγκατέλειψε η Ελληνική Χωροφυλακή τα Θείρα, πήρε τη προσωρινή διοίκηση της περιοχής ο τυφλά φανατισμένος «ευγενής» τσιφλικούχος Κισιρτζή Ζαντέ Χαλίλ Ακίφ Μπέης. Με την ανοχή του ξεχύθηκε στα ρωμαίικα ο μανιασμένος τούρκικος όχλος και ρίχτηκε στη λεηλασία και στη θανάτωση όσων άτυχων δεν πρόλαβαν ή έμειναν μ’ αυτούς που δεν μπορούσανε να φύγουνε. Έτσι άλλοι βρήκανε μαρτυρικό θάνατο πεταλωμένοι, άλλοι καρφωμένοι στις ξώπορτες των σπιτιών τους, άλλοι κρεμασμένοι, άλλοι σφαγμένοι και άλλοι χιλιοτρυπημένοι από βόλια.

Από τους θειριανούς που έφθασαν στην Ελλάδα μερικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στον προσφυγικό συνοικισμό του Ναυπλίου. Μεταξύ τους ο Αριστείδης Αριτζής, με τη σύζυγό και τα πέντε παιδιά τους. Οι θειριανοί και οι άλλοι μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο, έγιναν σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας της πόλης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο διορατικός και δραστήριος θειριανός Σόλων Αριτζής. Έφτιαξε τη δεκαετία του 1950, το πρώτο τουριστικό ξενοδοχείο στο Τολό, που από άσημο χωριουδάκι εξελίχθηκε σε διεθνή προορισμό διακοπών.

Ο θειριανός Νικίας Αριτζής βρέθηκε μετά το ΄22 στο Μεξικό. Ο γιός του Όμηρος, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους λογοτέχνες του Μεξικού, είναι απόψε μαζί μας. Τιμώντας τον, τιμούμε έμμεσα και όλους τους μικρασιάτες της διασποράς.



Φαίδων Γ. Παπαθεοδώρου

Αθήνα 31-10-2011

ΠΗΓΕΣ:

-Δούλης Πλούταρχος Εμμ., «Από τα Θείρα και τη Σμύρνη στη Ρόδο», Αθήνα, 1976 (Το μεγαλύτερο μέρος του παρόντος άρθρου αποτελείται από επιλεγμένα αποσπάσματα αυτού του βιβλίου, στα οποία έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του αρχικού κειμένου).

-Γιαννόπουλος Ιωάννης Αθ. Πρωτοπρεσβύτερος, «Οι αξέχαστες πατρίδες & ο προσφυγικός συνοικισμός «Νέον Βυζάντιον» Ναυπλίου», έκδοση Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης Νέου Βυζαντίου Ναυπλίου, Ναύπλιο, 2001.

-Παραδείσης Νικόλαος Κ., «Ο προσκοπισμός στις αλησμόνητες πατρίδες 1919-1922», εκδ. Μικρός Ρωμιός, δεύτερη έκδοση, Αθήνα, 2000.

-Ρούβαλης Γιώργος, «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετον, Ναύπλιο, 2009.

-Reclus Elisée, « Géographie Universelle », t. 9, Hachette, Paris, 1884.

-Nalpas Joseph L., « Annuaire des commerçants de Smyrne et d’ Anatolie », Imprimerie Commeciale G. Timoni & Co., Smyrne, 1893.

Association of the Enosi Smyrneon Powered by Elxis - Open Source CMS.  Copyright (C) 2006-2017 Elxis.org. All rights reserved.