Αρχική arrow Άρθρα - Εκδόσεις arrow Άρθρα Αρχείου arrow Κλεμάν Λεπίδης. Εισαγωγική ομιλία αντιπροέδρου κ. Φαίδωνα Παπαθεοδώρου

Κλεμάν Λεπίδης. Εισαγωγική ομιλία αντιπροέδρου κ. Φαίδωνα Παπαθεοδώρου

Πέμπτη, 15 Μάρτιος 2012

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγική εισήγηση του αντιπροέδρου της Ενώσεως Σμυρναίων στην ομιλία της κ. Αικατερίνης Σπυροπούλου, διδάσκουσας γαλλικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στη βιβλιοθήκη της Ενώσεως στις 5 Μαρτίου 2012, με θέμα: «Η Μικρά Ασία μέσα από τη ζωή και το έργο του Κλεμάν Λεπίδη».

ΤΟ ΕΣΚΙ ΣΕΧΙΡ ΤΟΠΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΚΛΕΜΑΝ ΛΕΠΙΔΗ (Clément Lépidis)

Το Εσκί-Σεχίρ, το αρχαίο και βυζαντινό Δορύλαιον της Φρυγίας, έδρα επισκοπής της εκκλησιαστικής περιφέρειας της μητρόπολης Συννάδων, αργότερα της Αγκύρας, είναι μια σημαντική ιστορική πόλη της μικρασιατικής ενδοχώρας, που αναφέρεται ήδη στα Γεωγραφικά του Στράβωνα. Το 1074 κατακτήθηκε από του Σελτζούκους, το 1077 αποτέλεσε το θέατρο σημαντικής αναμέτρησης μεταξύ Σταυροφόρων και Σελτζούκων, το 1175 ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς για να περάσει τελικά στα χέρια των Τούρκων.

Ο γνωστός βρετανός περιηγητής William Leake, που επισκέφθηκε το Εσκί-Σεχίρ στις 25 Ιανουαρίου 1800, μας πληροφορεί ότι η πόλη χωρίζεται σε άνω και σε κάτω συνοικία και διασχίζεται από μικρό ρυάκι, το οποίο συμβάλλει στον ποταμό Πουρσάκ, στον αρχαίο Θύμβρο.

Το 1865-70 οι ορθόδοξοι χριστιανοί κάτοικοι ήσαν 750-800.

Ο Αριστομένης Σταυρίδης στο «Εγχειρίδιον Πολιτικής, Φυσικής και Εμπορικής Γεωγραφίας του Οθωμανικού Κράτους», που εκδόθηκε το 1876 στις Κυδωνίες, μας πληροφορείότι το Εσκί-Σεχίρ είναι «…πόλις εμπορική και βιομήχανος, έχουσα εμποροδικείο, περίφημος δια το εμπόριον του σηπίου, του οπίου, των μαλλιών, των αιγοτριχών και δια τα θειούχα και σιδηρούχα ιαματικά ύδατά της. Κάτοικοι 12 χιλιάδες».

Το 1886 οι ρωμιοί κάτοικοι είχαν ήδη αυξηθεί και έχτισαν, με δικές τους συνεισφορές, ένα μεγάλο ξύλινο σχολικό κτίριο, που μπορούσε να εξυπηρετήσει 300 μαθητές.Παράλληλα, εκκλησιάζονταν στο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους, που λειτουργούσε σ’ ένα σπίτι.

Κατά τα τελευταία χρόνια του 19ου και κατά τα πρώτα του 20ου αιώνα, έναν αιώνα μετά την επίσκεψη του William Leake, η πόλη είχε αναπτυχθεί πληθυσμιακά και παραγωγικά και είχε απλωθεί στην πεδιάδα. Η εξέλιξη του Εσκί-Σεχίρ ήταν αλματώδης χάρη στην κατασκευή και λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου της Ανατολίας. Ο σιδηροδρομικόςσταθμός του Εσκί-Σεχίρ αποτέλεσε σημαντικό κόμβο όπου συνδέθηκε το δίκτυο από την Κωνσταντινούπολη προς το Ικόνιο και την Άγκυρα με τη γραμμή από τη Σμύρνη και όπου διανυκτέρευαν τα τρένα. Η πόλη συγκροτείτο από τρία μέρη: Το ένα καταλάμβανε τις πλαγιές του λόφου. Σε αυτό αναπτύσσονταν οι τουρκικές συνοικίες, οι οποίες έπαθαν μεγάλη καταστροφή από πυρκαγιά το 1903. Το δεύτερο ήταν η κάτω πόλη, όπου βρίσκονταν το τσαρσί, η εμπορική αγορά και τα θειούχα θερμά λουτρά. Το τρίτο ήταν το νέο τμήμα της πόλης, από τον σιδηροδρομικό σταθμό και από τις όχθες του Πουρσάκ-σου, μέχρι την κάτω πόλη. Σε αυτό το νέο τμήμα, που αναπτύχθηκε με ευθείς και φαρδιούς δρόμους, κατασκευάστηκαν βιοτεχνίες, αποθήκες, πανδοχεία, καταστήματα, κατοικίες και άλλα κτίσματα και απέκτησε όψη σχεδόν ευρωπαϊκής πόλης. Κοντά σε αυτό εγκαταστάθηκαν και μουαζίριδες, πρόσφυγες μουσουλμάνοι, από την Ανατολική Ρωμυλία.

Η ελληνική και η αρμενική συνοικίες άρχιζαν από τους πρόποδες του λόφου και επεκτείνονταν στο νέο τμήμα μέχρι τον σταθμό και το ποτάμι. Αριστερά ήταν η αρμενική και δεξιά η ελληνική.

Η ανάπτυξη και ο χαρακτήρας της πόλης προσέλκυσε τις προσηλυτιστικές οργανώσεις Καθολικών και Διαμαρτυρομένων. Έτσι, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν στο Εσκί-Σεχίρ τρεις ξένες σχολές. Περί το 1905, ανάμεσα στους άλλους μαθητές, στη γερμανο-γαλλο-ελληνική σχολή φοιτούσαν 50 ελληνόπουλα, στο γαλλικό αρρεναγωγείο 12 ελληνόπουλα και στο γαλλικό παρθεναγωγείο 8 ελληνίδες.

Το 1907 η ρωμαίικη κοινότητα, που περιλάμβανε τουρκόφωνους και ελληνόφωνους, διατηρούσε επτατάξια αστική σχολή με τρεις δασκάλους και 180 μαθητές και παρθεναγωγείο μαζί με νηπιαγωγείο με 130 μαθήτριες και νήπια. Το 1909 λειτουργούσε παράλληλα μορφωτικός σύλλογος.

Το 1913 η ελληνική κοινότητα διατηρούσε επτατάξιο αρρεναγωγείο με τρεις δασκάλους και ένα παιδονόμο, πεντατάξιο παρθεναγωγείο με δυο δασκάλες και νηπιαγωγείο με δυο νηπιαγωγούς. Το ετήσιο κόστος λειτουργίας των σχολείων ανερχόταν σε 400 λίρες τουρκίας.

Σύμφωνα με τη «Γεωγραφία της Μικράς Ασίας» του Παντ. Κοντογιάννη, σε σύνολο 30.000 κατοίκων οι ρωμιοί του Εσκί-Σεχίρ έφθαναν τις 7 χιλιάδες, οι αρμένιοι ήσαν περίπου 1.000 ενώ υπήρχαν και λίγοι ευρωπαίοι.

Η ελληνική κοινότητα του Εσκί-Σεχίρ υπέστη και αυτή τις διώξεις και τη τρομοκρατία που εξαπολύθηκε κατά του ελληνικού πληθυσμού της Μικρασίας από τους Νεότουρκους. Όπως αναγράφει η «Μαύρη Βίβλος» του Πατριαρχείου, ολόκληρη η επαρχία Αγκύρας, που αριθμούσε επτά ρωμαίικες κοινότητες, «υπέστη όχι μόνον εξώσεις και μετατοπίσεις αλλ’ αμείλικτον εμπορικόν πόλεμον, επενεγκόντα, κυρίως εν Κοτυαίω (σ.σ. Κιουτάχεια) και Εσκί-Σεχίρ, μεγάλην οικονομικήν κρίσιν μεταξύ του ομογενούς στοιχείου». Ο οικονομικός αποκλεισμός εντάθηκε από τις 20 Ιουνίου 1914, ημέρα που ο Υπουργός Στρατιωτικών Εμβέρ επισκέφθηκε την Κιουτάχεια, οπότε, εκτός των άλλων, απειλητικές επιστολές άρχισαν να ρίχνονται στα χριστιανικά καταστήματα, στις οποίες αναγραφόταν στα ελληνικά: «θα καταστρέψωμεν εσάς τους γκιαούρηδες ρωμιούς». Οι απειλές δεν σταμάτησαν και, βλέποντας όσα υπέστησαν στη συνέχεια οι αρμένιοι, οι ρωμιοί φοβόνταν ότι θα υποστούν τα ίδια.

«Το μίσος και η περιφρόνησις προς το ομογενές στοιχείον είχε κορυφωθεί. Αυτός δε ο τότε υπουργός των εσωτερικών Ταλαάτ διερχόμενος διά Πολατλή, σιδηροδρομικού σταθμού των Χαϊμάνων Αγκύρας, έδειξε την δυσφορίαν αυτού μαθών ότι ακόμη εις τα μέρη εκείνα ακούγονται χριστιανικά ονόματα, ενώ έπρεπε εν τη Ανατολή να υπάρχωσι μόνον Αλή και Μεχμέτ.

Εις τον οικονομικόν μαρασμόν της επαρχίας ουκ ολίγον συνετέλεσεν και η απηνώς διενεργηθείσα στρατολογία, …».

Η στράτευση των ρωμιών στα περιβόητα τάγματα εργασίας, τα αμελέ ταμπουρού, τα τάγματα θανάτου, ήρθε να συμπληρώσει την εφιαλτική για τους ρωμιούς κατάσταση.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και ενώ η Τουρκία στη συνέχεια μπήκε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, πολλοί νέοι ρωμιοί όχι μόνο δεν παρουσιάστηκαν στον τουρκικό στρατό, αλλά διέφυγαν από τη Τουρκία για να επιβιώσουν και για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη, ουσιαστικά ως πολιτικοί πρόσφυγες που διέφευγαν από τους διωγμούς μιας σχεδιασμένης, σε πλήρη εφαρμογή εκείνη την περίοδο, γενοκτονικής πολιτικής των Νεοτούρκων.

Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται ο Χρήστος Τσελεπίδης από το Εσκί-Σεχίρ. Αν και δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Χρήστος Τσελεπίδηςδιέφυγε αρχικά στην Ελλάδα και έφθασε στη Γαλλία επιβιβαζόμενος σε κάποιο από τα πλοία ανεφοδιασμού που μετέφεραν στην Ελλάδα άνδρες και πολεμικό υλικό για τονγαλλικό στρατό που πολεμούσε στα Βαλκάνια. Κατά την επιστροφή τους αυτά τα πλοία παρέλαβαν από τη Θεσσαλονίκη, τον Βόλο ή από άλλα λιμάνια, αρκετές χιλιάδες ελλήνων, κυρίως φυγάδων από την οθωμανική επικράτεια, και τους μετέφεραν, με άδεια των γαλλικών προξενικών αρχών, στη Γαλλία για να εργαστούν σε γαλλικά εργοστάσια και σε εργοτάξια που είχαν έλλειψη εργατικών χεριών λόγω της γενικής επιστράτευσης των γάλλων. Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1918, οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν στη Γαλλία, αλλά φρόντισαν να μη μείνουν απλοί εργάτες αλλά να ασχοληθούν με την τέχνη, το επάγγελμα, που ο καθένας κουβαλούσε από την πατρίδα. Έτσι ο Χρήστος Τσελεπίδης εγκαθίσταται στο Παρίσι και ασχολείται με την κατασκευή υποδημάτων, τέχνη που είχε μάθει καλά στο Εσκί-Σεχίρ. Σύντομα παντρεύεται με γαλλίδα και το 1920, στη Belleville, γεννιέται ο γιός του Κλεάνθης, ο Κλεμάν Λεπίδης.

Φαίδων Γ. Παπαθεοδώρου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Καλφόγλου Ιωάννης, Ιστορική Γεωγραφία της Μικρασιατικής Χερσονήσου. Μετάφραση από την έκδοση στα καραμανλίδικα του 1899, εισαγωγή, σχόλια, Ανεστίδης Σταύρος, Θ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 2002

Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ο Τελευταίος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, Κατάλογος έκθεσης του έργου του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1974

Κοντογιάννης Παντ. Μ., Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921, Ανατύπωσις 2000

Μαμώνη Κυριακή – Ιστικοπούλου Λήδα, Σωματειακή Οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (1861 – 1922), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006

Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914 – 1918), εν Κωνσταντινουπόλει, 1919, Ανατύπωση, Εκδόσεις Αρσενίδη

Σολδάτος Χρίστος, Σπ. Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας (1800 – 1922), τόμοι Α΄ (1989), Β΄(1989), Γ΄(1991), Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα

Σταυρίδου Αριστομένους, Εγχειρίδιον Πολιτικής, Φυσικής και Εμπορικής Γεωγραφίας του Οθωμανικού Κράτους, εν Κυδωνίαις, 1876, Ανατύπωση Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Μυτιλήνη, 1996

Σταυρίδου Βασιλείου, Θ., Επισκοπική Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1996

Στράβων, Γεωγραφικά Βιβλίον ΙΒ΄, C576, 12, Μετάφραση Πάνος Θεοδωρίδης, Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Οι Έλληνες 251, Χατζόπουλος Οδυσσέας, Αθήνα 1994

Leake William Martin, Journal of a Tour in Asia Minor, with comparative remarks on the ancient and modern geography of the country, London, John Murray, 1824

Pandazoglu Konstandinos, Sartroupolis : La Communauté grecque de Sartrouville originaire majoritairement d’  Asie Mineure, ISIS, Istanbul, 2009

Zürcher Erik Jan, Ottoman Labour Battalion in World War I, in, «The Armenian Genocide and the Shoah», p.p. 187 – 195, Chronos Verlag, Zürich, 2002 (2. Aufgabe, 2003)


Association of the Enosi Smyrneon Powered by Elxis - Open Source CMS.  Copyright (C) 2006-2017 Elxis.org. All rights reserved.