Αρχική arrow Άρθρα - Εκδόσεις arrow Άρθρα Αρχείου arrow Μουσική από τη Σμύρνη

Μουσική από τη Σμύρνη

Τετάρτη, 06 Απρίλιος 2011

ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

(Ι) Στοιχεία για τη μουσική στη Σμύρνη

Στη Σμύρνη ο εγκατεστημένος κυρίως στα μεσαία και ανώτερα δώματα της πυραμίδας Ελληνισμός αναπτύσσει ιδιόρρυθμη έντονα κοσμοπολίτικη και πνευματική, αστική συνείδηση όταν ασχολείται με τις εμπορικές επιχειρήσεις και τη ναυτιλία, πράγμα που αισθητά αναβαθμίζει τη μουσική του αγωγή.


Πολύ σημαντική είναι η προσφορά της Ιωνικής πρωτεύουσας στον τομέα της έντεχνης δυτικής μουσικής από την οποία θα επωφεληθεί και η Ελλάδα. Πολλοί Σμυρνιοί είναι απόφοιτοι φημισμένων ωδείων, όπως της Βιέννης, του Βερολίνου, της Δρέσδης, του Παρισιού. Ανάμεσα τους βρίσκονται 2 μεγάλοι εκπρόσωποι της Εθνικής μουσικής σχολής, ο Μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης και ο Γιάννης Κωνσταντινίδης (γνωστός και σαν Κώστας Γιαννίδης στο ελαφρύ τραγούδι). Το έργο τους είναι τεράστιο που περιλαμβάνει όπερες, συμφωνίες, κοντσέρτα, κύκλους τραγουδιών, μουσική δωματίου, έργα για πιάνο κ.α. Διακρίνονται, επίσης ο Τιμόθεος Ξανθόπουλος συνθέτης διάφορων τραγουδιών και εμβατηρίων και ο Α. Αλμπέρτης δημιουργός της όπερας «Ερωτόκριτος». Στον ίδιο τομέα η δραστηριότητα του Δ. Μιλανάκη είναι πολύπλευρη: πιανίστας, οργανώνει συναυλίες, διευθύνει χορωδίες και συγκροτήματα μουσικής δωματίου όπως γράφει η ερευνήτρια Basma Zerouali. Στη Σμύρνη επίσης το 1889 μια Ελληνίδα η Ελπίδα Λαμπελέτ διευθύνει για πρώτη φορά ορχήστρα μελοδραματικού θιάσου. Επίσης όπως γράφει ο Σταύρος Ανεστίδης η Σμύρνη αποκτά το πρώτο μεγάλο θέατρο στα 1841 την «Ευτέρπη» και αρχίζει να υποδέχεται συχνά γαλλικούς και ιταλικούς θίασους μελοδράματος έτσι το μουσικόφιλο και θεατρόφιλο κοινό έχει την ευκαιρία να απολαύσει μεγάλα ονόματα του Ευρωπαϊκού λυρικού θεάτρου που τότε ήκμαζε στην Ευρώπη. Από το 1850 μέχρι την καταστροφή αυτό το θέατρο ως και το «θέατρο Σμύρνης» θ’ αντικατοπτρίζουν την ευμάρεια της σμυρναϊκής Ελληνικής κοινότητας. Παίζονται τα γνωστά μελοδράματα Τραβιάτα, Φάουστ, Αΐντα… και στη συνέχεια θα παιχθούν και οπερέτες που ανθούν από το 1909. Μεγάλη επιτυχία είχε η παρουσία της όπερας Ριγκολέτο στο θέατρο Σμύρνης το 1917.
Το 1890 το Οθωμανικό κράτος δίνει την άδεια να ιδρυθεί ο σύλλογος «Απόλλων» που λειτούργησε με μουσικό και αθλητικό τμήμα. Αργότερα δημιουργείται και ο «Πανιώνιος» με τους ίδιους στόχους. Οι σύλλογοι αυτοί είχαν έμπειρους μουσικούς δασκάλους για τα όργανα και τα θεωρητικά, υπήρχαν μικρές ορχήστρες μαθητών, και χορωδίες. Με τους συλλόγους συνεργάζονταν εκλεκτοί μουσικοδιδάσκαλοι όπως ο Μιλανάκης και ο Καλέγιας. Άλλος αξιόλογος μουσικός σύλλογος ήταν ο «Ορφέας». Στην Ευαγγελική σχολή και στο Ομήρειο ίδρυμα υπήρχε άριστη φροντίδα για την μουσική αγωγή. Αυτή η πλούσια μουσική ανάπτυξη στηρίχθηκε πολύ στην παρουσία, συχνή χρήση και συμμετοχή της δισκογραφίας σε Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη (1909-1912) καθώς και στην ύπαρξη μουσικών καταστημάτων, πωλήσεις βιβλίων, δίσκων και γραμμοφώνων ως και καταστημάτων κατασκευής μουσικών οργάνων. Στα 1850 τυπώνεται στη Σμύρνη για πρώτη φορά «Ελληνικό βιβλίο με νότες μουσικής», πρόκειται για το βιβλίο «Στιγμαί» του Ι. Ισιδώρου Σκυλίτση.
Στην Εκκλησιαστική μουσική πρωτοστατούν ο Χρύσανθος Προύσης ως Μητροπολίτης Σμύρνης και ο υμνογράφος Νικόλαος Γεωργίου που υπήρξε πρωτοψάλτης για 53 χρόνια στο ναό της Αγίας Φωτεινής. Το 1911 ιδρύεται στην πόλη σχολή εκκλησιαστικής μουσικής η οποία σταματάει να λειτουργεί με την καταστροφή του 22.
Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου χύνονται στο τεράστιο χωνευτήρι, ζυμώνονται υπό νέες συνθήκες, η ελληνική δημοτική η κοσμικά έντεχνη, η ευρωπαϊκή μουσική παράδοση. Άφοβα ερωτοτροπούν με τραγούδια Αρμενίων, Εβραίων, και Αράβων. Η μεγάλη μουσική μπάντα βρίσκεται σε διαρκή συναγωνισμό τόσο με διάφορα άλλα μουσικά όργανα (τσέλα, κοντραμπάσα, πνευστά…) όσο και με βαλκανικά (ταμπουράδες, ούτια, κανονάκια…) σε απίθανους, κατά περίπτωση, μουσικούς συνδυασμούς.
Ένα παλιό αραβικό τραγούδι λέει:
Ισμίρ Ισμίρ
μάτι του Λεβάντε
μαργαριτάρι της ανατολίας …
Το εκλεκτό ελληνικό μουσικό κράμα των νησιών του Αιγαίου και των απέναντι μικρασιατικών παραλίων αναζωογονεί με τον γάργαρο και ζωηρό του ρυθμό τις έντονες και κουραστικές δραστηριότητες των εκεί κατοίκων. Τουλάχιστον απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα μουσικές ομάδες εμφανίζονται στη Σμύρνη, την Πόλη και αλλού. Η παλαιότερη σμυρναϊκή κομπανία που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα είναι του βιολιστή Μπενέτα όπως γράφει ο Ηλίας Καπετανάκης.
Μικρές ορχήστρες, οι περίφημες εστουντιαδίνες είναι, μέχρι την καταστροφή, δημοφιλέστατες στον μικρασιατικό ελληνισμό. Αρχικά είναι κυρίως μαντολινάτες ιταλικού στυλ που γρήγορα εμπλουτίζονται με άλλα όργανα, 3 μέχρι 8 οργανοπαίχτες, 2-3 τραγουδιστές και συχνά κάποια ολιγομελή χορωδία. Στα 1893 ο Κωνσταντινουπολίτης μουσικός Βασίλειος Σιδερής ιδρύει στη Σμύρνη με ντόπιους και Αθηναίους την πρώτη μεγάλη εστουντιαντίνα η οποία ονομάζεται μετά τα «Πολιτάκια», κατά τον Λ. Καρακάση η «Σμυρναϊκή εστουντιαντίνα» του Σιδερή δημιουργήθηκε το 1898. Τόσο μεγάλη διεθνή φήμη αποκτούν τα «Πολιτάκια» ώστε περιοδεύουν (1906) με εθνικές ενδυμασίες στην Βρετανία και τη Γαλλία, παίζουν μάλιστα και στις γιορτές της στέψης του βασιλιά Εδουάρδου στο Λονδίνο.
Στα μαγαζιά της παραλίας της Σμύρνης και στην Πόλη το πρόγραμμα αρχίζει καθημερινά στις 6 ή 7 το απόγευμα ξεκινώντας με εμβατήρια από μπάντες για να τραβήξουν το μουσικό αισθητήριο του κόσμου και να μαζευτούν πελάτες, ακολουθούν δυτικίζουσες μελωδίες και συνεχίζουν με διάφορες, κατά περίπτωση, ορχήστρες με τραγουδιστές και τα γλέντια κι οι χοροί κρατούν μέχρι το πρωί. Όταν το 1910 πρωτοβγήκε στο πάλκο η Αγγέλα Παπάζογλου στη Σμύρνη θα ήταν περισσότερα από 15 μαγαζιά που έπαιζαν σμυρνέϊκα τραγούδια σε διάφορους ρυθμούς, παράλληλα υπήρχαν και εκείνα που έπαιζαν ελαφρά τραγούδια, όπως γράφει ο Παναγιώτης Κουνάδης.
Την εποχή αυτή έχουμε φημισμένους λαϊκούς συνθέτες με τις ορχήστρες τους, όπως τον Παναγιώτη Τούντα, τον Σπύρο Περιστέρη, τον Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη και άλλους. Σ’ αυτούς εντάσσεται και ο Βαγγέλης Παπάζογλου με την κομπανία του που ανάμεσα της είναι ο Σταύρος Παντελίδης, ο Μαργαρώνης κ.α.
Τα κέντρα στην κοσμική παραλία της Σμύρνης το ονομαστό «ΚΑΙ» που θυμώνταν ο Γ. Κατραμόπουλος ήταν: το «Κράμερ» που διέθετε 2 ορχήστρες (ένα κουαρτέτο εγχόρδων και μια άλλη πιο ελαφρά) δίπλα το «Καφέ Φώτης» με 2 ορχήστρες (μία κλασική και μια με μαντολίνα) κατόπιν το «Καφέ Παρί» με τα γνωστά «Πολιτάκια» παραδίπλα ένα αντρικό στέκι με λαϊκά όργανα. Στην άλλη μεριά της παραλίας ήταν το «Λούνα πάρκ» και το «Καφέ Κόρσο» με δικές τους ορχήστρες (μικρά σύνολα). Σε άλλες ημικεντρικές γειτονιές υπήρχαν κι άλλα πάντα γεμάτα κόσμο και μουσική, στο «Απόλλων μουσηγέτης» είχε αφήσει όνομα ο βιολάτορας Μπενέτας. Ο Καρακάσης αναφέρει πως το 1843 κάποιος Γάλλος ονόματι Γκιγιώμ ανοίγει στη Σμύρνη το πρώτο «Καφέ – Αμάν» φέρνοντας ξένους καλλιτέχνες στα πρότυπα των «Καφέ – Κονσέρτ» του Παρισιού.

Τις μικρές κομπανίες τις ονόμαζαν «παιχνίδια» και η βασική μορφή τους ήταν 4 – 5 άτομα που ονομάζοντο «παιχνιδιατόροι» και ήσαν ο σαντουριέρης, ο βιολονίστας (που μπορεί να υπήρχε και δεύτερο βιολί) ο μαντολινίστας και ο μπασαδόρος με το τσέλο του. Όλοι αυτοί συνόδευαν τον τραγουδιστή ή την τραγουδίστρια.

Στην προσφυγιά εδώ στην Ελλάδα και μετά την καταστροφή επέζησε το γλυκό και πονεμένο τραγούδι της Σμύρνης, οι παράγκες, τα μικρά σπιτάκια, οι γειτονιές των συνοικισμών κάθε βράδυ πλημμύριζαν με προσφυγήτικα τραγούδια όπου οι μικρασιάτες έσβηναν τους καημούς τους για την αλησμόνητη πατρίδα. Οι συνθέτες της Ελληνικής ανατολής δημιουργούν ένα ηχητικό γοητευτικό σύνολο ζωντανό και ελκυστικό. Με την ιδιότυπη γλώσσα, με την ιδιορρυθμία και την μελωδικότητα των μουσικών δρόμων και τις χορευτικές κινήσεις η Ιωνική λεπτότητα συγκινεί και συναρπάζει μέχρι σήμερα.
Την Κυριακή 21 Μαΐου 1923 μόλις λίγο καιρό μετά τα φοβερά γεγονότα κάνει νέο ξεκίνημα η Αγγέλα Παπάζογλου στην «μπίρα του Θεόφραστου» στις Τζιτζιφιές όπου παρουσιάζεται 3 καλοκαίρια με ποικίλους Σμυρνιούς μουσικούς, ανάμεσα τους ο Παπάζογλου, ο Παντελίδης, ο Αρμάος και άλλοι. Σμυρναίικο πάλκο στήνεται τον Αύγουστο του 1923 πάλι, στο κέντρο «Αραράτ» στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το απαρτίζουν ο Σωφρονίου, ο Μπαρούσης (βιολί) ο Τούντας (μαντολίνο). Την ίδια περίοδο πάλι ο Γιάννης Καραβάς που είχε καφενέ στη Σμύρνη, ανοίγει ένα παρόμοιο καφενείο στην οδό Αθηνάς 33 με το όνομα «Μικρά Ασία» που γρήγορα έγινε στέκι και χώρος συνάντησης των Σμυρνιών μουσικών.
Με το άνοιγμα των δισκογραφικών εταιρειών οι Σμυρνιοί και οι Πολίτες (1928 – 30) κατά την επερχόμενη κυρίως δεκαετία του 30 γίνονται κυρίαρχοι στα τότε μουσικά δισκογραφικά δρώμενα είτε σαν υπεύθυνοι καλλιτεχνικοί διευθυντές είτε σαν συνθέτες είτε σαν εκτελεστές είτε ακόμη και σαν δάσκαλοι με μαθητές αρκετά πολλούς ντόπιους μουσικούς, επώνυμους και μη. Έτσι με όλα αυτά δημιουργείται η «Σμυρναίικη Σχολή» του αστικού ρεμπέτικου τραγουδιού.





(ΙΙ) Απ’ τη μουσική Ζωή της Σμύρνης

Από περιγραφές Ευρωπαίων επισκεπτών στη Σμύρνη, έχουμε στοιχεία πως υπήρχαν ταβέρνες τουλάχιστον πριν απ’ το 1700, όπου μαζί με τα πλούσια εδέσματα διέθεταν και όργανα για να παίζουν και να τραγουδούν οι παρέες των θαμώνων, αργότερα αυτές οι ταβέρνες πήραν τη μορφή του προαναφερθέντος «καφέ – αμάν», χώρου παραγωγής αστικών τραγουδιών. Μεγάλη η συμβολή αυτού του χώρου στη διαμόρφωση και κυρίως προφορική διάδοση της αστικής λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής. Μόνο σε πόλεις με προηγμένες αστικές κοινωνίες υπήρξαν καφέ – αμάν που κυριάρχησαν από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μέχρι το 1930, χαρακτηριστικά τους ήταν το πάλκο, τα όργανα, η ζεστή ατμόσφαιρα, η τραγουδίστρια, οι χοροί. Ξακουστά καφέ – αμάν εκτός απ’ τη Σμύρνη είχαν και ο Βόλος και η Θεσσαλονίκη. Οι τραγουδίστριες ήσαν κατά κανόνα Σμυρνιές ή Πολίτισσες. Στα καφέ –αμάν της Σμύρνης Ρουμάνοι μουσικοί έπαιζαν σαντούρι ή άρπα. Οι Σμυρνιοί αγαπούσαν τσι αμανέδες γι’ αυτό συχνά στα «παιχνίδια» τους υπήρχε και «αρμόνικα» για μεσοφωνία. Τα γλεντζέδικα τραγούδια τα εκτελούσαν μια γυναίκα ή ένας άντρας με ψαλτική, έρρινη φωνή συνοδεία μικρής ορχήστρας.

Τα Σμυρναίικα και τα Πολίτικα τραγούδια αστυγραφούν με το να περιγράφουν το περιβάλλον της πόλης με τις τοποθεσίες και τους μαχαλάδες, εθνογραφούν τους κατοίκους (Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους…) ιστοριογραφούν ιστορικά γεγονότα, κοινωνιολογούν για τις κοινωνικές τάξεις, τα επαγγέλματα (το χασαπάκι, η μοδιστρούλα…), ψυχογραφούν με την ανθρώπινη ψυχή (έρωτας, πόνος, χαρά…), δημογραφούν με την καταγραφή των πληθυσμών (μετακινήσεις, μετανάστευση, προσφυγιά…). Αυτά τα αστικά τραγούδια μέσα απ’ τη δραστηριότητα τους διάρκειας τριών και πλέον αιώνων έχουν συσσωρεύσει ένα πολύ μεγάλο και πλούσιο υλικό που η μελέτη του χρειάζεται την συνδρομή πολλών επιστημών όπως μουσικολογία, φιλολογία, λαογραφία, ιστορία, κοινωνιολογία…

Οι παιχνιδιατόροι στις αρχές του 1900 στη Σμύρνη παίζουν μόνο για το κέφι τους και την παρέα τους. Αυτός που φτιάχνει το τραγούδι είναι ένας απ’ τη παρέα μεσ’ το κλίμα του καφέ – αμάν ή της ταβέρνας και η διάδοση του γίνεται προφορικά που με τον καιρό παραμένει συχνά ως παραδοσιακό. Αρκετοί μικρασιάτες που επέζησαν μετά το 22 συνέχισαν να νοιώθουν έτσι παρεΐστικα, όμως η ίδρυση δισκογραφικών εταιρειών για γραμμοφώνηση τέτοιων άριστων τραγουδιών φέρνει διεκδικήσεις και αντιδικίες για την πατρότητα και τα ποσοστά. Ο βαθμός συμμετοχής του πραγματικού συνθέτη είναι δύσκολο να καθορισθεί.

Πρέπει να αναφερθεί ότι στα 1873 ένας επιχειρηματίας εξοχικού κέντρου της τότε Αθήνας των 60 χιλιάδων κατοίκων μετακάλεσε κομπανία απ’ τη Σμύρνη όπου οι παιχνιδιατόροι με τα σαντουροβιόλια τους φέρνουν διαφορετική πνοή στη νυχτερινή ζωή της πόλης και έτσι αρχίζει κάποια αντιπαράθεση στη διασκέδαση των Ελλήνων ανάμεσα στο ανατολίτικο σμυρναίικο στυλ και στο δυτικό Ευρωπαΐζον.

Τα κέντρα που ’χαν «παιχνίδια» ήσαν καφενέδες, καφέ – μπυραρίες, ταβέρνες, μπακαλοταβέρνες, ενώ στη φημισμένη προκυμαία το «ΚΑΙ» τα πιο κοσμικά κέντρα είχαν μικρά σύνολα δυτικής μουσικής που αγαπούσαν κι’ αυτή πολλοί Σμυρνιοί.
Οι παιχνιδιατόροι και οι τραγουδιστάδες είχαν οι πιότεροι ένα παρατσούκλι που το έβαζαν σαν καλλιτεχνικό όνομα. Ο Σμυρνιός γλεντζές, απλός άνθρωπος, όταν βράδιαζε ύστερα από βαρειά δουλειά του άρεσε να πηγαίνει στα κέντρα που είχαν παιχνίδια και τραγούδι για να κάτσει να πιει, όχι να μεθύσει, για να έλθει στο τσακίρ – κέφι. Να ακούσει μερακλήδικα Σμυρναίικα τραγούδια και τσι αμανέδες. Και άμα ερχόντανε στο κέφι να σηκωθεί να χορέψει καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο, κιόρογλου, χασαποσέρβικο, πολίτικο – χασάπικο, μοναχός ή κανα – δυο απ’ τη παρέα ανάλογα με τον χορό. Γυναίκα δεν έβρισκες εκεί μέσα για να χορέψεις μαζί της. Κι’ αν ο γλεντζές επιθυμούσε να του παίξουν τα παιχνίδια κανένα ιδιαίτερο τραγούδι ή χορό για να χορέψει τότε έπρεπε να σηκωθεί απ’ το τραπέζι του και να πάει να ρίξει πρώτα ασημένιους παράδες πάνω στις χορδές του σαντουριού για να βροντήξουν και ν’ ακουστούν. Και μετά να κολλήσει γερά στο κούτελο του τραγουδιστή ένα μεγάλο παρά και τότε πια να παραγγείλει εκείνο που ήθελε και του κάνει κέφι του. (1)

«αχ που ναι κεινος ο καιρός τα χρόνια τα ωραία
με λίγα γρόσια γλένταγα μ’ όλη μου την παρέα…»

Οι καφενέδες που ήσαν κοντά σε εκκλησίες ήταν χώρος υποδοχής και στέκια των παιχνιδιατόρων που συνήθως παίζανε μόνο στις σχολές και στα πανηγύρια. Στους καφενέδες πήγαιναν οι ενδιαφερόμενοι να βρουν και ν’ αγκαζάρουν τους παιχνιδιατόρους. Πήγαινε εκείνος που’ χε ταβέρνα ή καφενέ ή καφέ – μπυραρία για να τους έχει κάθε βράδυ. Επίσης πήγαινε ο νοικοκύρης που τυχόν είχε αρραβώνα, γάμο, βαφτίσια, ονομαστική εορτή ή και γλέντι στο σπίτι του. Όμως πήγαινε και ο ερωτευμένος, της μεσαίας τάξης, που ήθελε να κάνει νύχτα – ξημερώματα πατινάδα (ματινάδα) έξω απ’ το σπίτι του κοριτσιού που αγαπούσε. Και τότε έπρεπε να βάλει τα παιχνίδια τον τραγουδιστή και τον εαυτό του σε καρότσα. Και η καρότσα να πάει να σταθεί έξω απ’ την πόρτα του κοριτσιού, αν όμως υπήρχαν πατέρας και αδέλφια αυστηροί η καρότσα σταματούσε πιο πέρα. Και έλεγε στους παιχνιδατόρους να παίζουν αργά και σιγανά και ο τραγουδιστής γλυκά και χαμηλά να πει κανένα μερακλήδικο αμανέ ή κανένα τραγούδι της εποχής που μιλάει για έρωτα.

«αμάν, όρκοι δεν παραδέχεσαι δάκρυα δεν πιστεύεις…»

Ο ερωτευμένος αριστοκράτης πάλι δεν έκανε πατινάδα με τέτοια παιχνίδια και αμανέδες αλλά αγκαζάριζε μουσικούς απ’ το θέατρο ή κοσμικό κέντρο της κοσμοπολίτικης προκυμαίας. Οι μουσικοί ήταν βιολιστής, τσελίστας, κιθαρίστας και όχι συχνά αρπίστας, βέβαια και τραγουδιστής εκτός αν ο ίδιος είχε ωραία φωνή. Θα μπαίνανε κι αυτοί στη καρότσα. Το κορίτσι πάλι δεν έπρεπε ν’ ανοίξει το παραθύρι και να δει παρά μόνο ν’ ανοίξει σιγά – σιγά τα μπατζούρια και να δει απ’ την χαραμάδα. Η πατινάδα ήταν ένα τολμηρό πράγμα γιατί εκείνος που την έκανε έπρεπε να’ ναι αποφασισμένος να παντρευτεί το κορίτσι (2).

Συχνό γεγονός ήταν «οι βεγγέρες» με γλέντι και χορό. Γίνονταν κυρίως στα πλουσιόσπιτα ή στα καλά κέντρα της προκυμαίας, εκεί προσκαλούντο για να παίξουν μόνο μουσικοί του θεάτρου.

«Σμύρνη με τα περίχωρα ευλογημένη χώρα
τα πλούτη σου και τα καλά τα ρήμαξε η μπόρα…»

Μετά την καταστροφή του 22 οι προσφυγικοί συνοικισμοί γεμίζουν από απλά και λιτά κέντρα διασκέδασης που γίνονται νέοι μαζικοί χώροι σμυρναϊκών τραγουδιών όπου σιγά – σιγά φτιάχνεται το σμυρνάιϊκο-ρεμπέτικο και μετά το πειραιώτικο-ρεμπέτικο τραγούδι. Μια σειρά από λαϊκούς δημιουργούς που γεννήθηκαν στα χώματα της Ελληνικής ανατολής μεταλαμπάδευσαν την δύναμη και την φινέτσα της Ιωνικής μουσικής στο Ελληνικό τραγούδι και έβαλαν τις βάσεις σ’ αυτό. Αυτοί είναι οι Παπάζογλου, Τούντας, Ογδοντάκης, Παντελίδης, Σκαρβέλης, Παπαϊωάννου, Περιστέρης, Χατζηχρίστος, Γιοβάν Τσαούς, Σουγιούλ, Καρίπης, Δελιάς, Ασίκης, Κοσμαδόπουλος, Μπαρούσης, Κανούλας, Χρυσαφάκης, Ατραΐδης, Νταλκάς, Κασιμάτης κ.α.

ΣΗΜ.:
(1) και (2) Από κείμενα στα «Μικρασιατικά χρονικά» σε σμυρναίικη διάλεκτο.

(ΙΙΙ) Η Σμυρναίικη μουσική στα Αθηναϊκά Καφέ – αμάν

Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η φήμη της Σμυρναίικης μουσικής έχει φθάσει στην Ελλάδα και σ’ όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Ήδη πενήντα χρόνια πριν την καταστροφή στην δεκαετία του 1870 εμφανίζονται στην μικρή Αθήνα κέντρα για διαφορετικό ήχο διασκέδασης δηλαδή τα λεγόμενα «καφέ – αμάν» για Σμυρναίικα ανατολίτικα τραγούδια με Σμυρναίικες κομπανίες και τα λεγόμενα «καφέ – σαντάν» για Ευρωπαϊκά τραγούδια με Ευρωπαίες ντιζέζ. Όπως γράφει ο Θοδ. Χατζηπανταζής στο βιβλίο του «της ασιάτιδος μούσης ερασταί» «το καλοκαίρι του 1873 έγινε η πρώτη εμφάνιση στην Αθήνα μιας Σμυρναίικης μουσικής κομπανίας αποτελούμενη από τους Βασίλειο Κονταξή και Αναστάσιο Βελέντζα στα τραγούδια, Πανανό Βογιατζή και Κοκόλη Σιλάλη στα βιολιά, Δημήτριο Βογιατζή στο λαούτο και Κυριάκο Τσορβά στο σαντούρι. Η κομπανία έπαιζε κάθε βράδυ μέσα στον κήπο του εξοχικού κέντρου «Πανανθών» στην αρχή της Ιεράς οδού κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Το καλοκαίρι του 1876 εγκαινιάζεται το πρώτο στεγασμένο κέντρο ανατολίτικης μουσικής στην οδό Αθηνάς κοντά στο Μοναστηράκι με τη συμμετοχή κομπανίας απ’ την Κωνσταντινούπολη.
Οι Αθηναίοι για μεγάλο διάστημα είχαν μετονομάσει αυτά τα κέντρα σε «καφέ – σαντούρ» η πιο περιφραστικά σε «ωδικά καφενεία ανατολίτικης μουσικής». Οι κάθε βράδυ πολλαπλοί θαμώνες αυτών των κέντρων ήσαν απλοί εργαζόμενοι, νοικοκυραίοι, εργάτες, φιλήσυχες οικογένειες αλλά και ορισμένοι λόγιοι και πολλοί ιεροψάλτες που τους άγγιζαν οι βυζαντινές χρωματικές κλίμακες της ανατολής. Σιγά σιγά και ιδίως στα μικρά κέντρα του Πειραιά το ακροατήριο άρχιζε ν’ αλλοιώνεται.
Ενάντιοι των καφέ – αμάν ήσαν οι «ευρωπαΐζοντες» δηλαδή αυτοί που προτιμούσαν την οπερέτα της Κεντρικής Ευρώπης, τα κωμειδύλλια, τις ιταλικές καντσονέτες και μελωδίες με ελληνικούς στίχους και τις γερμανίδες και γαλλίδες τραγουδίστριες των καφέ – σαντάν, ακούσματα που ομολογουμένως είχαν ανάμεσα τους και πανέμορφα τραγούδια. Μάταια προσπάθησαν να εμποδίσουν τη γοργή εξάπλωση των καφέ – αμάν με σποραδικές απόπειρες δυσφήμησης που έπεφταν στο κενό, όπως για δήθεν άσεμνες κινήσεις (κορδακισμοί) των χορευτριών τους, για βάρβαρες αισθήσεις, για τουρκολατρεία, για χασισοποσία, για ……….
Η εξαγωγή της Σμυρναίικης μουσικής δεν σταματά, πριν βγει η δεκαετία του 1870 Σμυρνιοί καλλιτέχνες τραγουδούν στα περίφημα υπαίθρια κέντρα του Ιλισού και λίγο μετά σε ανάλογα παραθαλάσσια κέντρα του Πειραιά. Το καλοκαίρι του 1886 σημειώνεται μια μαζική εισβολή καλλιτεχνών ανατολίτικου τραγουδιού στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας και αρχίζει η δεκάχρονη (1886 – 1896) μεγάλη ακμή των καφέ – αμάν. Από τα μοναχικά εξοχικά κέντρα με τους κήπους εισχωρούν στη κεντρική οδό Αθηνάς, μετά στην Ομόνοια και φτάνουν θριαμβευτικά στην πλατεία Συντάγματος (1888), ενώ παράλληλα εξαπλώνονται και στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας (του Θησείου, του Αγ. Φίλιππα, του Ολυμπίου Διός) και του Πειραιά (της Καστέλας, του Τελωνείου, της γέφυρας ΣΑΠ). Ταυτόχρονα οι μελωδίες τα τραγούδια και τα ανατολίτικα όργανα βγαίνουν έξω απ’ τα καφέ – αμάν και εισχωρούν σε κάθε γωνιά που παίζεται μουσική και στα σαλόνια.
Τα σαντούρια επικρατούν σ’ όλη την Αθήνα και προσελκύουν κάθε βράδυ πλήθος θαμώνων – ακροατών έτσι που σύντομα θα δημιουργηθεί μια πλατιά σταθερή μουσική υποδομή για το επερχόμενο με τους πρόσφυγες Σμυρνοπολίτικο τραγούδι. Αποφασιστικό ρόλο στην εξάπλωση και εδραίωση του είδους έπαιξαν δυο μουσικές φυσιογνωμίες η Πολίτισσα Φωτεινή (Φωτεινή Κονδυλάκη) και η Σμυρνιά Κιορ Κατίνα που κατακτούν τους Αθηναίους με τη φωνητική τέχνη τους. Υπήρξαν βέβαια και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του είδους όπως η όμορφη Σμυρνιά τραγουδίστρια Ευθαλία και ο περίφημος βιολάτορας της Σμύρνης και συνθέτης Γιοβανίκας που τον αποκαλούσαν «το πρώτο βιολί της ανατολής».
Οι μαρτυρίες μας οδηγούν ότι το ρεπερτόριο της ανατολίτικης κομπανίας ήταν πολύ πλούσιο. Περιείχε πλήθος Ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (Γιαννιώτικα, Κλέφτικα, Μωραΐτικα, Νησιώτικα), αστικολαϊκά Σμύρνης και Πόλης (αμανέδες, νυχτωδίες, πατινάδες…) αλλά και ρουμάνικα (βλάχικα) αιγυπτιακά και τούρκικα. Πλειοψηφούσαν τα Ελληνόφωνα τραγούδια που πολλά έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Στις κομπανίες πάλι οι περισσότεροι μουσικοί ήταν Έλληνες της Ανατολής αλλά τύχαινε και συνεργασία με κάποιο δεξιοτέχνη ντόπιο Ελλαδίτη ή κάποιον άλλο άλλης εθνικότητας κυρίως Σμυρνιό Αρμένη αλλά και Εβραίο, Τούρκο ή Ρουμάνο.
Ο Θόδ. Χατζηπανταζής στην πλούσια έρευνά του παραθέτει ένα ενδιαφέρον κείμενο απ’ την εφημερίδα της εποχής «το Άστυ» 6 και 7 Μαΐου 1894 όπου ο συντάξας σε γλώσσα καθαρεύουσα προσπαθεί να περιγράψει και να κριτικάρει με μικρή ειρωνική διάθεση τη νυχτερινή λειτουργία ενός καφέ – αμάν σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας μαζί με τους διασκεδάζοντες θαμώνες δίνοντας και περιγραφικότατες εικόνες της ατμόσφαιρας και του κεφιού μέσα σ’ αυτό, αν και πριν ένα χρόνο (1893) η χώρα είχε πτωχεύσει!
Μερικά αποσπάσματα του κειμένου είναι:
• Καθ’ όλον τον παρελθόντα χειμώνα το παρά την μεγάλην και θορυβώδη εμπορικήν οδόν λαϊκόν εκείνο κέντρον, ουρλίαζε κυριολεκτικώς καθ’ εκάστην νύκτα από βακχείαν φρενιτιώδη…
• Τα Σαββατοκύριακα ιδίως η μακρά και οδυνηρώς τρίζουσα υπό το βάρος των πελατών αίθουσα ανέζη πλήρης με το λαϊκόν πανδαιμόνιον της. Πέντε λυχνίαι κατά ίσα διαστήματα εκρέμοντο και ο άπλετος φωτισμός των περιεστέλλετο υπό πυκνών κυκλικών νεφελών εκ του καπνού των σιγάρων………
• Τα ξύλινα τραπέζια, ημίχωλα και σαθρά κατά γραμμήν παρατεταγμένα, χορεύοντα διαρκώς μαζί με τους επικαθημένους επ’ αυτών δίσκους και ποτήρια και φιάλας και φλυτζάνια καταλαμβάνοντο από ευρείς εργατικούς ομίλους………
• Η εξέδρα αύτη κατελάμβανε κατά πλάτος της αιθούσης στενήν λωρίδα, της οποίας το έμπροσθεν μέρος εστολίζετο διαρκώς δι’ ενός τεμαχίου ερυθρού πανίου και οι πέριξ τοίχοι δια σημαιών στιγματισμένοι κατά διαστήματα από χονδράς φαιάς σταγόνας ποτηρίων οίνου………
• Η ορχήστρα απετέλει επί της εξέδρας μικρόν ημικύκλιον εντός δ’ αυτού εκάθηντο επί κοινών καθεκλών αι θεαί του φοβερού εκείνου καφέ – αμάν. Δεν ήσαν πολλαί δύο μόνον, αλλ’ αρκούσαν και υπεραρκούσαν μάλιστα. Η Ευθαλία και η Ελενίτσα… Η πρώτη, η ωραία Σμυρνιά, λεπτή, ξανθή, με άφθονον κόμην, με λεπτά χαρακτηριστικά νεάνις……. Η άλλη, η ωραία Αρμένισσα με το μελαχροινόν λείον δέρμα, με τους αμυγδαλωτούς μαύρους οφθαλμούς… Το μουσικόν αυτό σύνολο ήρκει να μεταδίδη στερεοτύπως καθ’ εκάστην νύχτα μέχρι πρωίας σχεδόν φρενίτιδα μέχρι παραφροσύνης φθάνουσα. Η ορχήστρα εκ τεσσάρων μουσικών (κλαρίνο, βιολί, λαούτο, σαντούρι) έφερε ευφήμως το όνομα Σμυρναίικη.
• Το κυριαρχούν ποτόν ήτο ο οίνος, η μαστίχα και η μπίρα, κατά φιάλας και ποτήρια σερβιριζόμενα εις τους ευρυτάτους ομίλους.
• Η θύελλα του πανδαιμονίου κατέπαυε σχεδόν πάντοτε, οπότε η ορχήστρα ήρχιζε ν’ ανακρούη τα σεμπαή της, τους Σμυρναίικους αμανέδες της, τους γοργούς της τώρα σκοπούς και την μονότονον και περιπαθή ψαλμωδίαν της έπειτα…. Κατά τας γνώμας πολλών ιεροψαλτών (θαμώνων), οι μουσικοί και αι αοιδοί ανήρχοντο εις αληθείς υψηλής περιωπής τεχνικούς ορίζοντας. Ιδίως η Ελενίτσα η ωραία Αρμένισσα…
• Αλλ’ ότι εμάγευεν, ότι εξετρέλλαινεν, ότι παρέσερνεν ολόκληρον το μεθυσμένον εκείνο πλήθος των εργατών, των υπαλλήλων, των οικοκυραίων, ενίοτε και των σπουδαστών, των επαρχιωτών, των ανθρώπων εκείνων των λησμονούντων όλους τους εβδομαδιαίους μόχθους των εις μίαν νύκτα κραιπάλης, ήτο ο χορός, ο μεθυστικός χορός της ωραίας Αρμένισσας…..

Σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα η αντιπαράθεση του Καφέ – Αμάν και του Καφέ – Σαντάν είναι κεντρικό γεγονός στη ψυχαγωγία του ντόπιου πληθυσμού, όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Ελληνικός λαός ταλαντεύεται ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.
Στα 1880 – 1890 βρίσκονται οι αρχιτραγουδιστές (χανεντέδες) της Σμύρνης και της Πόλης θριαμβευτικά θρονιασμένοι στις κεντρικές πλατείες της Αθήνας και άλλων πόλεων να προσελκύουν κάθε βράδυ πολλές χιλιάδες κοινού αλλά και να υποστηρίζονται δημόσια πια απ’ τους ντόπιους λόγιους όπως ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης που το 1883 έγγραφε «εξομολογούμαι την μουσικήν μου αμάθειαν αλλά ουδενός μουσικού συνθέτου την αρμονικήν γλώσσαν εννοώ και αισθάνομαι τόσον, όσον τας ηδυπαθείς, τας μαλθακάς εκείνας ανατολίτικας μελωδίας……». Αλλά και συντηρητικότεροι γερμανοθρεμένοι και ενταγμένοι στον εξευρωπαϊσμό σαν τον Άγγελο Βλάχο που ανακαλύπτει ξαφνικά την πατρογονική του κληρονομιά και λέει «με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι των μυχών της καρδίας μου…..»
Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
λυπητερά
πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Είναι χυμένη από τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά…….
Κωστής Παλαμάς

Δεν είναι μόνο η Αθήνα και ο Πειραιάς που έχουν γνωρίσει την ανατολίτικη μουσική της Σμύρνης και της Πόλης αλλά έχουν ανοίξει παρόμοια κέντρα με κομπανίες στο Μεσολόγγι, που μάλιστα τραγουδάει η όμορφη Γιαννιώτισσα Κούλα, στη Χαλκίδα, στο Βόλο, στη Λειβαδιά, στην Ερμούπολη της Σύρου, στη Πάτρα όπου στα Ψηλά Αλώνια της τραγουδάει και χορεύει η όμορφη Σμυρνιά Ευθαλία. Από δημοσίευμα του 1884 μαθαίνουμε ότι το κέντρο «Ομόνοια» στη Θεσσαλονίκη με Ισραηλίτη επιχειρηματία έχει στη διάθεση του ελληνοτουρκική κομπανία που μέσα, στο πλούσιο ρεπερτόριο της περιλαμβάνει με επιτυχία και τον Ερωτόκριτο.
Στη περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912 – 13) τα καφέ – αμάν θα περιορισθούν σε περιοχές με ξεκάθαρο λαϊκό στίγμα (αγορές, λιμάνια….) χωρίς όμως να χάσουν τον όγκο της πελατείας τους. Θα αρχίσουν να αναπτύσσονται πάλι δίνοντας τη σκυτάλη στους πρόσφυγες μουσικούς μετά την Μικρασιατική καταστροφή.


(ΙV) Συμβολή του Σμυρναίικου τραγουδιού στη δεκαετία του 30


Μέσα στην πολύ παραγωγική μουσική ατμόσφαιρα της Σμύρνης πριν το 22 έζησαν τα νεανικά τους χρόνια οι μουσικοί δάσκαλοι που μετέφεραν την καλλιτεχνική τους εμπειρία και τις πλούσιες γνώσεις τους στην Ελλάδα, αλλά και όλος ο Ελληνισμός της Σμύρνης είχε έμφυτη μουσική καλλιέργεια και ενδιαφέρον για το τραγούδι ώστε να το πλαισιώσει και να γίνει ένα σωστό και καλό ακροατήριο. Αυτά συμβάλλουν στη δημιουργία του αστικολαϊκού τραγουδιού του 30.
Με την άφιξη των προσφύγων ανοίγουν μαγαζιά (1923) στα χνάρια των καφέ-αμάν που παίζονται Σμυρναίικα και Πολίτικα τραγούδια κυρίως από Σμυρνιούς μουσικούς με όργανα το βιολί, το σαντούρι, την κιθάρα που συνοδεύουν τον τραγουδιστή, ενώ σύντομα προστίθεται και το ούτι. Κατά την δεκαετία του 30 επικρατεί το είδος «Σμυρναίικο – ρεμπέτικο» που αντλούσε μουσική από τον τρόπο έκφρασης των μικρασιατών προσφύγων, έτσι αυτό άνοιξε τον δρόμο στο να γνωρισθεί και ν’ αγαπηθεί από πολύ κόσμο το μέχρι τότε περιθωριακό ρεμπέτικο.

Αρχικά το «ρεμπέτικο» τραγούδι παιζόταν μόνο στις μικρές και μισοφώτεινες, συνήθως ανδροκρατούμενες ταβέρνες από κομπανίες με δύο – τρία μπουζούκια, ένα μπαγλαμαδάκι, μια κιθάρα και συχνά ένα ακορντεόν, όπου οι μουσικοί συχνά τύχαινε να στέκονται όρθιοι λόγω απουσίας πάλκου. Τα Σμυρναίικα και Πολίτικα παίζονταν στα μαγαζιά και τα καφέ – αμάν με πάλκο από κομπανίες με ένα σαντούρι, ένα – δύο βιολιά, ένα ούτι, ένα κρουστό, συχνά ένα κανονάκι και τους βασικούς ρόλους είχαν μια τραγουδίστρια και μια χορεύτρια.
Σιγά – σιγά επέρχεται μια γόνιμη σύζευξη, στα μεν καφέ – αμάν μπαίνουν και ρεμπέτικα τραγούδια, στις δε ταβέρνες μπαίνουν και Σμυρναίικα – Πολίτικα τραγούδια όπου για πρώτη φορά σ’ αυτές συμμετέχουν και γυναικείες φωνές. Αυτά όλα έφεραν διαφορετικό και πιο αστικό ύφος στο ρεμπέτικο τραγούδι του 30, όπου η συμβολή του Σμυρναίικου στυλ δίνει συνθέσεις πιο φωτεινές και χαρούμενες σε ανατολίτικη γραμμή. Οι τότε συνθέτες γράφουν όμορφες μελωδίες που διατηρούν την διαχρονική φρεσκάδα τους μέχρι σήμερα και έτσι γίνονται οι πρωτομάστορες του «Σμυρναίικου - ρεμπέτικου».

Σ’ αυτή την δεκαετία και ιδιαίτερα μέχρι τα μέσα του 1936 γραμμοφωνούνται πολλά τραγούδια αμιγούς Σμυρναίικου ύφους που χαρακτηρίζονται στις ετικέτες των δίσκων ως «ρεμπέτικα». Οι συνθέτες είναι και άριστοι οργανοπαίκτες και πολύ συχνά συμμετέχουν στις ορχήστρες ηχογραφήσεων δίνοντας το στίγμα στην τότε παραγωγή της λαϊκής μουσικής. Έξοχοι εκτελεστές σε πολλές ηχογραφήσεις ήταν οι Σμυρνιοί Ογδοντάκης (βιολί), Σπ. Περιστέρης (μαντολίνο), Μαργαρώνης (σαντούρι), Ζ. Κασιμάτης (κιθάρα), οι Κωνσταντινουπολίτες Κ. Σκαρβέλης (κιθάρα), Κ. Καρίπης (κιθάρα), Αγ. Τομπούλης (ούτι), ο Μακεδόνας Δημ. Σέμσης (βιολί) κ.ά. Μεγάλες φωνές, που το πλείστον ήταν πάλι Μικρασιάτες και Πολίτες, ερμήνευσαν σε δίσκους αυτά τα τραγούδια και άφησαν εποχή όπως: ο Κώστας Νούρος που τον αποκαλούσαν «το αηδόνι της Σμύρνης», η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στράτος Παγιουμτζής (ο οποίος ανήκε και στην «θρυλική τετράδα» του Πειραιά), ο Κώστας Ρούκουνας, ο Βαγ. Σωφρονίου, ο Οδ. Μοσχονάς, ο Αντώνης Νταλκάς, ο Γιώργος Κάβουρας, ο Κ. Τσανάκος, η Γ. Μηττάκη, η Μ. Φρατζεσκοπούλου, η Μ. Καναροπούλου, η Χρ. Βάμβηλα, η Αγγ. Παπάζογλου, η Μ. Παπαγκίκα (κυρίως σε αστικά – παραδοσιακά στην Αμερική) κ.ά. Όλοι αυτοί οι παλιοί τραγουδιστές εκτός απ’ τη σεμνότητα είχαν και το χρώμα και την τεχνική της φωνής στο να ερμηνεύουν μερακλήδικα τραγούδια, ορισμένοι μάλιστα απ’ αυτούς να εκτελούν και δύσκολους αμανέδες.

Ο μανές ή αμανές: Στα αρχαία Ελληνικά η λέξη Μανέ(ρως) ήταν ο θλιβερός ήχος ή η ερωτική θρηνωδία, όπως υποστηρίζει ο Γεώργιος Φαίδρου στο βιβλίο του «Πραγματεία περί του Σμυρναίικου Μανέ» Σμύρνη 1881. Όλοι οι αμανέδες έχουν ένα περίτεχνο παθητικό διάλογο μεταξύ δεξιοτέχνη τραγουδιστή και οργάνων, μετά καταλήγουν σε γρήγορο κάπως χαρούμενο οργανικό finale.

«πνοή πλέον δεν μ’ άφησες και στη φωτιά ν’ αντέξω»

Από το 1936 η λογοκρισία του Μεταξά αλλάζει υποχρεωτικά τα θέματα και τους στίχους πολλών τραγουδιών που πάνε για ηχογράφηση, επιτρέπει μόνο να μιλούν για αγάπη, χωρισμό, κρασί… Επίσης στα πλαίσια του «εξευρωπαϊσμού» της μουσικής, απογυμνώνονται τα οργανικά μέρη από τα ανατολίτικα στολίδια και τσακίσματα (τα «αμαρτωλά μπεμόλια») ώστε… να γίνουν πιο μικρά και να χωρέσουν στις εγγραφές δίσκων 78 στροφών που διαρκούν μόλις 3΄ λεπτά και κάτι.
Με το άνοιγμα των δισκογραφικών εταιρειών και την εμποροποίηση των τραγουδιών αναπτύσσεται και ο επαγγελματισμός των μουσικών που παίζουν στα μαγαζιά και στις αίθουσες φωνοληψίας, χαρακτηριστικό είναι ότι όποιος μουσικοσυνθέτης έπαιρνε την κύρια και υπεύθυνη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στην εταιρεία, έγραφε σε δίσκους περισσότερα τραγούδια του στο όνομα του, ενώ άλλοι ομότεχνοι συνάδελφοι του για να καταφέρουν να περάσουν ένα – δυο τραγούδια τους, έκαναν πολλούς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Πολλές ήταν οι αντιδικίες και διεκδικήσεις για πατρότητα και ποσοστά των τραγουδιών.

Περίπου στα τέλη αυτής της δεκαετίας και κυρίως μετά τον πόλεμο επικρατεί το «Πειραιώτικο - ρεμπέτικο» τραγούδι με τη συμμετοχή πολλών Ελλαδιτών και Μικρασιατών συνθετών, αυτό κρατάει μέχρι το 1952 όπου τελειώνει η εποχή όλου του γνήσιου ρεμπέτικου τραγουδιού. Η Σμύρνη όμως υπάρχει και θα υπάρχει μέσα στην Ελληνική μουσική.
Βασίλης Ν. Πετρόχειλος
Καθηγητής Μουσικής
Μουσικός, Ερευνητής



Βιβλιογραφία

Σμύρνη η μητρόπολη του Μικρασιατικού Ελληνισμού: Εκδόσεις Έφεσος
Κοινωνιολογική Ιστορία του Ρεμπέτικου, Μαρ. Κωνσταντινίδου: Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης
Ελλήνων μούσα λαϊκή, Ηλ. Βολιότη Καπετανάκη: Εκδόσεις Λιβάνη
Της ασιάτιδος μούσης ερασταί, Θοδ. Χατζηπανταζή: Εκδόσεις Στιγμή
Ρεμπέτικα τραγούδια, ΗΛ. Πετρόπουλου: Εκδόσεις Κέδρος
Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών, Παν. Κουνάδη: Εκδόσεις Κατάρτι
Σμύρνη η μουσική ζωή 1900-1922, Αρ. Καλυβιώτη: Εκδόσεις Music Corner – Τήνελλα
Λαϊκά τραγούδια και χοροί της Σμύρνης, Λ. Καρακάση: Μικρασιατικά χρονικά Τ.Δ.’
Ένας Σμυρνιός συνθέτης του ρεμπέτικου, Β. Πετρόχειλου: Εκδόσεις Τρόπος Ζωής
Από το βυζάντιο στο Μ. Βαμβακάρη, Ν. Γεωργιάδη: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
Οι παιχνιδιατόροι και οι τραγουδιστάδες, Μικρασιατικά χρονικά

Association of the Enosi Smyrneon Powered by Elxis - Open Source CMS.  Copyright (C) 2006-2017 Elxis.org. All rights reserved.