Στη Σμύρνη

Παρασκευή, 02 Οκτώβριος 2009
Smyrni-paralia.


ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

Της ΛΕΝΑΣ ΚΑΠΝΙΑ - ΑΡΑΠΟΣΤΑΘΗ


Στην αρχή ήταν για ‘κείνη μονάχα ήχοι από λέξεις: Η Σμύρνη, το Αϊντίνι, το Κορδελιό, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, η Ευαγγελική, το Και… Ήχοι που κυκλοφορούσαν, που επέστρεφαν ξανά και ξανά στον παιδικό της κόσμο.
Πέρασε καιρός, μέχρι που οι λέξεις αυτές να βρουν το αντικειμενικό τους καταφύγιο μέσα σε κάποιες εικόνες χτισμένες από τις αφηγήσεις που τις συνόδευαν. Εικόνες απαλλαγμένες από την αίσθηση της ευτυχίας ή της φρίκης που αντιπροσώπευαν. Εικόνες θαμπές, σχεδόν κοινότυπες απ’ τη συχνή επαναφορά τους στις συζητήσεις των μεγάλων.
Όμως κάποια στιγμή… μια στιγμή μόνο πριν να είναι υπερβολικά αργά, κατάλαβε… Και με το κασετόφωνο στο χέρι, έτρεξε σ’ αυτούς που οι λέξεις αυτές τους ανήκαν κι αποτελούσαν μέρος της ζωής τους Έτρεξε για να τους ζητήσει να την βοηθήσουν να δώσει στις λέξεις κάτι από την πραγματική τους υπόσταση. Κι άκουγε και ρωτούσε και το κασετόφωνο έγραφε συλλέγοντας τ’ απομεινάρια από τις μνήμες των γερόντων που για αυτούς η Σμύρνη υπήρξε «η αλήθεια της ζωής τους» Λίγο πριν από το τέλος αυτής της ζωής.
Δε σκέφτηκε ποτέ πως θα μπορούσε να δει από κοντά αυτούς τους τόπους. Οι τόποι αυτοί όπως και τα γεγονότα που σχετίζονταν μαζί τους ανήκαν σ’ ένα χώρο υπερβατικό. Πέρα από την «ιεροσυλία» της οπτικής επαφής.
Και ξαφνικά, λίγο πριν το τέλος και της δικής της ζωής, η ανάγκη να δει, ν’ αγγίξει, ν’ αναπνεύσει τα μέρη αυτά που γεννήθηκαν μέσα της μόνο σαν λέξεις, «Τα μέρη μας…», ορθώθηκε αδυσώπητη. Να προφθάσει να βρεθεί στις πατρίδες, στους τόπους αυτούς που ζούσαν σιωπηλά μέσα στο αίμα της. Κι έκανε ένα βήμα προς τα εκεί. Και πάλι πισωγύριζε. «Άραγε θα μπορούσε ν’ αντέξει την πίκρα ενός τέτοιου ταξιδιού;»

Όταν βγήκε από το ξενοδοχείο, όταν πάτησε το πόδι της στο χώμα της Σμύρνης, τίποτα απ’ ότι φοβόταν δε συνέβη. Για κάμποση ώρα, για κάποιες ώρες, ήταν απλά σα να βρισκόταν σε μια οποιαδήποτε ξένη χώρα. Το «Είμαι στη Σμύρνη» ήταν μόνο μια σκέψη του μυαλού. Και η πρώτη βόλτα ξεκίνησε σαν μια περιήγηση στους απογευματινούς δρόμους μιας κάποιας άγνωστης πόλης.
Όλη η λαχτάρα που για βδομάδες οδηγούσε τα χέρια της πρώτα πάνω στον πολύτιμο χάρτη του 1913, μετά στη σημερινή πραγματικότητα που σχεδίαζε ο δορυφόρος πάνω στην οθόνη του υπολογιστή, όλος ο ενθουσιασμός όταν εντόπισε με σιγουριά τη θέση του σπιτιού, το ίδιο το σπίτι, του πατέρα της, όρθιο ακόμη, είχε καταχωνιαστεί κάπου μέσα της και σιωπούσε.
Η δύση στην παραλία ήταν απίστευτα γλυκιά. Ίδια όπως …τότε. Στο βάθος το Κορδελιό της μάνας της. Και καθώς το αεράκι που δυνάμωσε ανακάτωσε τα μαλλιά της ήρθαν στο νου της κάποια άλλα μαλλιά. Τα ξανθά μαλλιά της μητέρας της, της ανιψιάς του Χρυσόστομου Χ’’Σταύρου, που μικρό κοριτσάκι έτρεχε από τη «Σκάλα» που την είχε αφήσει το καραβάκι Σμύρνη –Κορδελιό, να προφθάσει το μάθημα στο Κεντρικό Παρθεναγωγείο. Εκεί που καθηγητής της ήταν ο Νικόλαος Καπνιάς, ο πατέρας εκείνου που θα γινόταν κάποια στιγμή σύντροφος της ζωής της, στην Ελλάδα… μακριά από τη Σμύρνη .
Και στην πολύκοσμη παραλία ήρθε το δειλινό. Και συνέχισε να περπατά κρατημένη απ’ το χέρι του άντρα της που η δύναμη, η κατανόηση κι η βράχινη σταθερότητά του άρχιζαν να παίρνουν όλο και πιο πολύ το ρόλο τους. Πίσω τους το Κορδελιό και η Δύση.

Η παραλία έγινε ξαφνικά πιο στενή. Οι πράσινες από γκαζόν επιχωματώσεις, που κάτωθέ τους κρύβονταν ίσως οι τοίχοι καμένων σπιτιών των προγόνων της, σταματούσαν εκεί. Και τότε… Μέσα από τη θάλασσα που γινόταν σιγά-σιγά γκρίζα, υψώθηκε μια σιωπηλή βοή από κλάματα και βογκητά. Μια βοή από ανθρώπους στριμωγμένους ανέλπιδα, δίπλα στην ελπίδα της φυγής προς τη θάλασσα. Ανθρώπους ζωντανούς, πεθαμένους, πληγωμένους. Μια βοή από ψυχές που αναστέναζαν κι εκλιπαρούσαν για βοήθεια ή για οίκτο…

Έδιωξε βίαια από το νου της την εικόνα αυτή, που κρύφτηκε αόρατη κάπου βαθιά μέσα της. Μπροστά της δυο κολόνες σε σχήμα πυρσών «Όχι δεν ήταν τυχαίο..» και στο βάθος ένας χάλκινος καβαλάρης με το χέρι απλωμένο να δείχνει την Ελλάδα… Αρνήθηκε στον εαυτό της να κοιτάξει και να ερμηνεύσει τις παραστάσεις στη βάση του αγάλματος. Με την άκρη της ματιάς της είχε διακρίνει ν’ απεικονίζονται εκεί, ανθρώπινα μπουλούκια. «Όχι δεν μπορούσε, δεν ήθελε να τα κοιτάξει»
Την ώρα εκείνη την ακολούθησαν, αλλιώτικες κάθε μέρα, οι εντυπώσεις κι οι κουβέντες, μιας ωραίας, ενδιαφέρουσας, εκδρομής. Όμως, όταν έφτανε το βράδυ… Ο ίδιος αχός της ανθρώπινης απελπισίας υψωνόταν από τη θάλασσα της προκυμαίας και χωνόταν, αδυσώπητα στην ψυχή της, είτε βρισκόταν στο παράθυρο του ξενοδοχείου, είτε περπατούσε δίπλα στο νερό. Σ’ αυτό το ίδιο νερό της παραλίας της Σμύρνης.
«Ήταν αγώνας απελευθερωτικός» είπε καλόπιστα, η ξεναγός μας. «Οι Έλληνες ήταν οι κατακτητές. Ο Ελληνικός στρατός εισέβαλε στη Σμύρνη»
«Ήταν αγώνας απελευθερωτικός. Οι πρόγονοι των σημερινών Τούρκων είχαν κάποτε εισβάλει στα χώματα της Ιωνίας. Οι Έλληνες ήταν απελευθερωτές που προδομένοι απέτυχαν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους», φώναζε η ψυχή του καθενός μας, μέσα στο πούλμαν.
Όμως κανείς δε θα μπορούσε να πει τι έφταιγε το κοριτσάκι με τα ξανθά μαλλιά. Τι έφταιγαν οι χιλιάδες σφαγμένοι της παραλίας. Σ’ αυτό το γιατί δεν υπάρχει απάντηση Κι εμείς, οι απόγονοι των Σμυρναίων, δεν πήγαμε εκεί ν’ αποδείξουμε κάτι. Πήγαμε μόνο να προσκυνήσουμε στο κοιμητήριο των ψυχών των γονιών μας.


* H κ. Λένα Καπνιά Αραποστάθη είναι Φυσικός-Πληροφορικός
Από την Μ.Η. Ιουλ.- Αυγ. 2009
Association of the Enosi Smyrneon Powered by Elxis - Open Source CMS.  Copyright (C) 2006-2017 Elxis.org. All rights reserved.