Αρχική arrow Άρθρα - Εκδόσεις arrow Άρθρα Αρχείου arrow Το Ελντοράντο της Ανατολής/ Δρ Κ. Χατζηκυριακίδης

Το Ελντοράντο της Ανατολής/ Δρ Κ. Χατζηκυριακίδης

Παρασκευή, 06 Μάρτιος 2009

 

Κυριάκος Στ. Χατζηκυριακίδης, Δρ. Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

Θα ήθελα αρχικά να ευχαριστήσω την Ένωση Σμυρναίων στο πρόσωπο του προέδρου της, κ. Τσίρκα, για την ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της να παρουσιάσει το ερευνητικό έργο νέων ερευνητών, ερευνητών που ως κύριο αντικείμενό τους έχουν τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας. Η πρωτοβουλία αυτή καθαυτή είναι ένα σημαντικό βήμα για την προβολή επιστημονικών εργασιών που νέοι πια ιστορικοί, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι κ.ά. εκπονούν για τον Ελληνισμό εκείθεν του Αιγαίου. Το πόσοι είναι αυτοί, πολλοί ή λίγοι, είναι μία άλλη πτυχή του ίδιου θέματος, αλλά δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε. Η προβολή αυτή αποκτά δε ακόμη μεγαλύτερη σημασία για το νέο ερευνητή, δεδομένου ότι εκφράζεται και υλοποιείται από ένα ιστορικό προσφυγικό σωματείο, όπως είναι η Ένωσις Σμυρναίων. Φαίνεται πως κάτι αρχίζει να αλλάζει στη στάση και στη νοοτροπία, ορισμένων έστω, ιστορικών προσφυγικών σωματείων. Πρωτοβουλίες σαν τη σημερινή ή η χορήγηση υποτροφιών για εκπόνηση μεταπτυχιακών εργασιών και διατριβών, όπως πράττουν οι ΑΡΓΟΝΑΥΤΑΙ-ΚΟΜΝΗΝΟΙ Καλλιθέας, η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, μας αφήνουν περιθώρια να ελπίζουμε ότι τα σωματεία που τόσο βοήθησαν στο παρελθόν την προσφυγιά και τόσο συνέβαλαν στη διατήρηση παραδόσεων και πολιτισμού, τώρα θα αντιληφθούν ότι οι στόχοι τους πρέπει να αναπροσδιορισθούν, πρέπει να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της σημερινής εποχής και όχι να παραμένουν ερμητικά κλειστά, κενά ιδεών και οραμάτων. (τα ζητήματα αυτά θίγονται στη μονογραφία μου για το ιστορικό και δη γυναικείο σωματείο Μέριμνα Ποντίων Κυριών, που ξεκίνησε τη σπουδαία πορεία του στην Τραπεζούντα το 1904).

Έχω δεχθεί πολλές φορές την ερώτηση, για ποιο λόγο επέλεξα ένα τόσο εξειδικευμένο θέμα, γιατί ασχολήθηκα με κάτι που είναι τόσο άγνωστο όχι μόνο στο ευρύ κοινό αλλά ακόμη και στο χώρο των ερευνητών των προερχομένων από τη Φιλοσοφική Σχολή, και γιατί τέλος πάντων δεν ασχολήθηκα με κάτι που έχει ίσως μεγαλύτερη πέραση. Απαντώ ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε γι’ αυτό πρωτίστως η προσφυγική καταγωγή μου.
Η προσφυγική, λοιπόν, καταγωγή μου από έναν από τους πιο φημισμένους οικισμούς των ελλήνων μεταλλουργών του Πόντου, το Μεταλλείο Ταύρου, και η ανακάλυψη στη διάρκεια της δεκαπενταετούς πια έρευνάς μου πλήθους στοιχείων για τους περισσότερους μεταλλουργικούς οικισμούς (Μπουγά μαντέν, Άκ νταγ μαντέν, Μπάλια μαντέν, Άργανα μαντέν, Κιουμούς μαντέν κ.λπ.), με οδήγησαν στην απόφαση να ασχοληθώ στην αρχή με το Μεταλλείο Ταύρου στο νότο της Καππαδοκίας, και στη συνέχεια με το σύνολο των μεταλλουργών του Πόντου και των μεταλλείων στα οποία μόχθησαν στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας. Το θέμα, βέβαια, των μεταλλουργών υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία, αφορά όμως κυρίως στην Αργυρούπολη (ενν. την κοιτίδα τους) και τους νέους μεταλλουργικούς οικισμούς που δημιουργήθηκαν μέσα και έξω από τα όρια του ιστορικού Πόντου τον 19ο αιώνα. Οι ήδη υπάρχουσες όμως ελληνικές μελέτες αφενός κρατούν μια ελληνοκεντρική στάση αγνοώντας την ευρωπαϊκή διάσταση και αφετέρου, στην πλειοψηφία τους, βασίζονται στις αναμνήσεις των προσφύγων της α΄ γενιάς. Η νέα προς εξέταση πτυχή στην ανά χείρας μελέτη είναι η διείσδυση των ευρωπαϊκών εταιρειών στα μεταλλεία του μικρασιατικού χώρου και οι προσπάθειές τους να τα εκμεταλλευθούν μετά το β΄ μισό του 19ου αιώνα.
Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μη τονίσω ότι την ιδιαίτερα σημαντική αυτή πτυχή, τον ευρωπαϊκό δηλαδή παράγοντα, και την εποχή (μέσα 19ου αι.) που ο τελευταίος εμφανίζεται, επεσήμανε η ομότιμη σήμερα καθηγήτρια Ιστορίας του τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας του Αριστοτελείου κα Ξανθοπούλου-Κυριακού και ουσιαστικά με παρότρυνε να ερευνήσω. Οφείλω να ομολογήσω ότι χρειάστηκε πολλή μελέτη ξένης βιβλιογραφίας για να συνειδητοποιήσω πραγματικά τη βαρύτητα και τις προεκτάσεις αυτής της σκέψης. Από την ενδελεχή βιβλιογραφική έρευνα διαπίστωσα ακόμη ότι το ενδιαφέρον και η διείσδυση των Ευρωπαίων στα μεταλλεία της Μ. Ασίας, δε μελετήθηκαν επισταμένως ούτε από τη δυτική βιβλιογραφία, παρά το γεγονός ότι πολλές φορές γεωλόγοι κυρίως, αλλά και γεωγράφοι, των άμεσα ενδιαφερόμενων για τα μεταλλεία χωρών, αναφέρθηκαν εκτενώς στους μεταλλευτικούς πόρους του μικρασιατικού χώρου. Η μελέτη κινείται με λίγα λόγια στον ακόλουθο νοηματικό άξονα: Ο πρώτος οθωμανικός μεταλλευτικός νόμος το 1861, στο πλαίσιο των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και οι τροποποιήσεις, που αυτός υπέστη στις επόμενες δεκαετίες, ανέτρεψαν το μέχρι τότε ιδιοκτησιακό καθεστώς των μεταλλείων και επέτρεψαν την είσοδο των ευρωπαϊκών εταιρειών. Η θέση και η τύχη του ελληνικού στοιχείου μέσα στους μεταλλουργικούς οικισμούς, η παρουσία του οποίου ήταν συνεχής και αδιάλειπτη, σαφώς επηρεάσθηκε αρνητικά από τις παραπάνω εξελίξεις.
Έτσι εξηγείται και η χρονική έκταση της μελέτης: 1861-1923 (από τη δημοσίευση δηλαδή του πρώτου μεταλλευτικού νόμου έως την αναγκαστική φυγή των Ελλήνων της Ανατολής και την ανταλλαγή των πληθυσμών).
Ένα σύντομο, επίσης, σχόλιο για τον τίτλο του βιβλίου που δημιουργεί, δικαιολογημένα ίσως, κάποια ερωτηματικά: ΕΛΝΤΟΡΑΝΤΟ σημαίνει χώρα του χρυσού και ήταν μία ονομασία που έδιναν, από το μεσαίωνα ήδη, σε φανταστική χώρα της Νότιας Αμερικής με άφθονο χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Αργότερα βέβαια η ονομασία δόθηκε σε διάφορους πλούσιους τόπους όπου δημιουργούσαν την τύχη τους οι τυχοδιώκτες (σήμερα μάλιστα υπάρχουν 3 πόλεις στις Η.Π.Α. και ακόμη περισσότερες στην Κολομβία και στη Βενεζουέλα). Επομένως, κατ’ αναλογία με το Ελντοράντο της Δύσης, το αντίστοιχο «Ελντοράντο» της Ανατολής ήταν η μικρασιατική γη με τον άφθονο ορυκτό της πλούτο.
Είναι απαραίτητο επίσης να τονιστεί ότι οι πληροφορίες της παρούσας εργασίας αφορούν μόνο στα μεταλλεία για τα οποία προκύπτει παρουσία και εργασία ελλήνων μεταλλουργών του Πόντου. Με δεδομένο, λοιπόν, τον παραπάνω περιορισμό, δε συμπεριλήφθηκαν, παρά τη σπουδαιότητα του πλούσιου δημοσιευμένου κι αρχειακού υλικού, τα μεταλλεία της δυτικής κυρίως Μ. Ασίας στις περιοχές Προύσας, Σμύρνης και Αϊδινίου αλλά και οποιαδήποτε άλλα μεταλλεία μέσα στον εκτενή μικρασιατικό χώρο. Επιπλέον, ο προσανατολισμός της εργασίας προς τη μελέτη του ευρωπαϊκού επενδυτικού παράγοντα στα μεταλλεία είχε ως συνέπεια να μην εξετασθεί ένας σημαντικός αριθμός κρατικών μεταλλείων, στα οποία, από ό,τι γνωρίζω από τη μελέτη των πηγών, δε δραστηριοποιήθηκαν ξένες μεταλλευτικές εταιρείες. Έτσι, τέθηκε ένας ακόμη περιορισμός, σύμφωνα με τον οποίο δε γίνεται, για παράδειγμα, ξεχωριστός λόγος για τα μεταλλεία στυπτηρίας της Νικόπολης, χαλκού του Χαλβά στο Ερζερούμ και του Κεμπάν στη Μεσοποταμία, μολύβδου του Μπερεκετλί στην Καππαδοκία κ.ά., τα οποία αξίζουν να αναλυθούν σε μία άλλη μονογραφία στο μέλλον.
Από τα παραπάνω είναι προφανές, πιστεύω, ότι προσπάθησα να καλύψω το υπάρχον κενό στην ελληνική και ξένη ιστοριογραφία, παρά τις όποιες ελλείψεις και αδυναμίες μου.
Η έρευνά μου εστιάστηκε στην αναζήτηση φακέλων και εγγράφων στα Κρατικά Αρχεία (BA) και στο Πολιτικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας (PA/AA). Ο λόγος ήταν ότι βασική παράμετρο της ευρωπαϊκής μεταλλευτικής διείσδυσης στο μικρασιατικό χώρο αποτελούσε ο γερμανικός παράγοντας στα μεταλλεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε μια περίοδο (αρχές 20ού αιώνα) που οι γενικότερες συνθήκες ευνοούσαν τη γερμανική οικονομική διείσδυση στην Εγγύς Ανατολή. Στα γερμανικά αρχεία ανακαλύφθηκε ένας θησαυρός από πολυάριθμα έγγραφα, πολλά από τα οποία αξιοποιήθηκαν κατά την εκπόνηση αυτής της μονογραφίας.
Με τον ίδιο τρόπο διεξήχθη η έρευνα στα Κρατικά Αρχεία της Βρετανίας (PRO/FO). Εκεί η ιστορική έρευνα επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο των προξενικών εγγράφων που πληροφορούν για τη δράση των βρετανικών εταιρειών στα μεταλλεία της Μ. Ασίας και για τις τροποποιήσεις της οθωμανικής μεταλλευτικής νομοθεσίας. Ενδιαφέρουσα ήταν επίσης η αναδίφηση στα έγγραφα της σειράς Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας (PRO/BT), όπου εντοπίσθηκαν τα Καταστατικά και οι κατάλογοι των μελών και μετόχων πολλών από τις βρετανικές μεταλλευτικές εταιρείες που συναντούσε κανείς εκείνη την περίοδο όχι μόνο στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και σ’ άλλους πλούσιους μεταλλευτικούς τόπους του πλανήτη.
Αντίθετα, δεν πραγματοποιήθηκε ανάλογη έρευνα στα γαλλικά αρχεία, ιδιαίτερα στο Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας και στο αντίστοιχο της τράπεζας Crédit Lyonnais Paris, όπου σώζονται, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, πολλά και σημαντικά έγγραφα για τις γαλλικές μεταλλευτικές εταιρείες που δραστηριοποιήθηκαν στα δύο από τα κυριότερα οθωμανικά μεταλλεία: την Μπάλια και την Ποντοηράκλεια. Πολλές δυσκολίες επίσης συνεπαγόταν η διεξαγωγή έρευνας στην Τουρκία και αυτό οφειλόταν όχι τόσο στην αδυναμία προσπέλασης των Γενικών Αρχείων της, όσο στην ανεπαρκή γνώση της τουρκικής γλώσσας και κυρίως της οθωμανικής γραφής. Λύση ανάγκης για την αντιμετώπιση αυτού του κενού στην έρευνα αποτέλεσε η βασισμένη σε αρχειακό υλικό γαλλική και τουρκική βιβλιογραφία. Επιπρόσθετα, από ορισμένες αποθησαυρισμένες πληροφορίες που προήλθαν έμμεσα από τα τουρκικά αρχεία, προκύπτει ότι αυτά κρύβουν πλούτο εγγράφων, τα οποία περιμένουν τον εξειδικευμένο γνώστη της οθωμανικής γραφής να τα εντοπίσει, να τα μελετήσει και να τα αναδείξει. Η επισήμανση πάντως της βεβαιωμένης μεγάλης αξίας που έχουν τα προς εξερεύνηση αρχεία της Γαλλίας και της Τουρκίας, ανοίγει, κατά τη γνώμη μου, νέους ορίζοντες στην έρευνα για το συγκεκριμένο θέμα. Να σημειώσω εδώ ότι πολύτιμα αποδείχθηκαν και τα αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Κωνσταντινούπολη.
Η αρχειακή έρευνα στο εσωτερικό πραγματοποιήθηκε τόσο σε κρατικά όσο και σε ιδιωτικά αρχεία των Αθηνών και άλλων πόλεων. Σημαντικά αρχειακά δεδομένα εξασφαλίσθηκαν μέσω των κυρίων Παπαθεοδώρου και Δερμάτη από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και την Εταιρεία Μελετών Λαυρεωτικής αντίστοιχα, δεδομένα τα οποία αφορούν στη δραστηριότητα της πιο αξιόλογης σε δράση ελληνικής μεταλλευτικής εταιρείας που επένδυσε για χρόνια σε μεταλλεία πέρα από το Αιγαίο όπως στην Μπάλια, δηλαδή της Ελληνικής Εταιρίας των Μεταλλουργείων Λαυρίου.
Πολύ χρήσιμη και αποτελεσματική ήταν επίσης η μελέτη της σειράς των χειρογράφων του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και ιδιαίτερα των χειρόγραφων φακέλων με μαρτυρίες προσφύγων της πρώτης γενιάς. Σε συνάρτηση με τις γραπτές μαρτυρίες προσφύγων αξιοποιήθηκαν και προφορικές συνεντεύξεις τους που προέρχονται από το προσωπικό μου αρχείο ή άλλα ιδιωτικά αρχεία.

Ξέρετε, με ειλικρίνεια θα πω με λόγια απλά, ελπίζω όχι απλοϊκά, ότι για μένα προσωπικά -δεν ξέρω τι άποψη έχουν άλλοι ερευνητές- η Αθήνα είναι, ερευνητικά πάντα, μία πόλη ταυτόσημη με την ταλαιπωρία και το άγχος. Καθώς όλα είναι συγκεντρωμένα εδώ, αρχεία και βιβλιοθήκες, υπηρεσίες και άνθρωποι-κλειδιά, η κάθοδος στην Αθήνα σημαίνει πάντα: πολλά έξοδα και πολύς χρόνος που πρέπει να διαθέσεις, μακριά από το σπίτι σου και τις υποχρεώσεις σου, διεξάγοντας την έρευνα. Ακόμη και το ίδιο το ταξίδι είναι πολλές φορές μία περιπέτεια: η κακοκαιρία, το κλείσιμο των δρόμων, οι απεργίες στα Μέσα Μεταφοράς κ.λπ. κ.λπ.
Αυτή όμως η δυσάρεστη κατάσταση που σας περιέγραψα, και που δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα, δείχνει, ωστόσο, πιστεύω, ότι παρά τις αντιξοότητες, το μεράκι των νέων μελετητών είναι τόσο μεγάλο που καταφέρνει να υπερκεράσει τα κάθε είδους εμπόδια και τις δυσκολίες. Επίσης, το φυτώριο της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να παράγει ασταμάτητα νέους ερευνητές χάρη στις προσπάθειες καθηγητών που έβαλαν τις μικρασιατικές σπουδές μέσα στις σχολές. Ασφαλώς και πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά βήματα σε όλους τους τομείς, πιστεύω όμως ότι τα πράγματα ωρίμασαν. «Επιτέλους», θα πει κανείς. «Προσοχή», θα σημείωνα. Εννοούμε την προσέγγιση των θεμάτων με νηφαλιότητα, με συνέπεια, με ακρίβεια, μακριά από εθνικιστικές εξάρσεις ή πέρα από δακρύβρεχτες αφηγήσεις. Βεβαίως και χάρη στις πονεμένες ιστορίες των γιαγιάδων και των παππούδων μας έφθασε η δική μου γενιά να μιλάει και να ερευνά τη Μ. Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία κ.λπ. Όμως οι απαιτήσεις είναι πια πολλές, οι ξένοι επιστήμονες ζητούν επιστημονικά τεκμηριωμένες εργασίες, ή για να αντιμετωπίσουμε κάποιες πιθανές δικές τους κατασκευασμένες ιστορίες, θα πρέπει εμείς να είμαστε επιστημονικά ενημερωμένοι και κατηρτισμένοι και φυσικά να έχουμε νηφαλιότητα.

Η πολυετής ενασχόληση με το θέμα ήταν ομολογουμένως συναρπαστική και ενδιαφέρουσα. Δεν ήταν όμως λίγες οι δυσκολίες και τα προβλήματα που στην πορεία ανέκυψαν, τα οποία θα ήταν ανέφικτο να αντιμετωπισθούν χωρίς τη συμπαράσταση και τη σύμπραξη συνεργατών και καθηγητών αλλά και γνωστών και άγνωστων, μέχρι πριν, φίλων.
Ευχαριστίες οφείλονται όχι μόνο στην κα Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, αλλά και σε πολλούς άλλους καθηγητές, ιστορικούς και μη, όπως: τον ομότιμο σήμερα καθηγητή Ιστορίας του Αριστοτελείου κ. I. Χασιώτη, τον καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας κ. Κ. Φωτιάδη, τον καθηγητή Γεωλογίας κ. Τσιραμπίδη κ.ά. Οι ευχαριστίες επεκτείνονται ομοίως σε εκείνους που μου υπέδειξαν αρχειακό υλικό και σε όλους όσοι διευκόλυναν την έρευνά μου.
Είναι πολύ μεγάλη μου η χαρά, γιατί δεν είχα φανταστεί πριν από 13 χρόνια που άρχισα δειλά δειλά να επισκέπτομαι Αρχεία των Αθηνών, όπως το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, τη Γεννάδειο, τη Μπενάκειο κ.ά. ότι θα ερχόταν εκείνη η στιγμή που θα μου δινόταν η ευκαιρία να παρουσιάσω από βήματος και με τις ιδανικότερες συνθήκες τις ερευνητικές μου ανησυχίες και πολύ περισσότερο ένα μέρος από το αποτέλεσμα αυτών των ανησυχιών και αναζητήσεων. Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον για μένα, αλλά και αυξημένο το αίσθημα της ευθύνης αλλά και της αμηχανίας, το ότι στην αίθουσα παρευρίσκονται σήμερα καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Μετσοβείου Πολυτεχνείου, και μάλιστα με γνωστικό αντικείμενο ξένο μεν προς εμένα, που άπτεται όμως των δικών μου μελετών και κυρίως τις ελέγχει και τις συμπληρώνει.
Φυσικά, δε θα παρέλειπα να ευχαριστήσω όλους τους «δικούς» μου ανθρώπους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με συνέδραμαν εδώ στην Αθήνα όλα αυτά τα χρόνια, παρέχοντάς μου φιλοξενία. Με χαρά επίσης βλέπω -και τους ευχαριστώ θερμά- κάποιους καλούς φίλους που ταξίδεψαν από άλλες πόλεις, για να είναι απόψε εδώ. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω από καρδιάς τον κ. Παπαθεοδώρου, γιατί και κατά την εκπόνηση της διατριβής μου αλλά κυρίως μετά από αυτή μού προσέφερε απλόχερα και ανιδιοτελώς τη βοήθειά του∙ ένα δείγμα αυτής της βοήθειας είναι και η πρόσκλησή μου σήμερα στην Ένωση Σμυρναίων. Ευχαριστώ ακόμη τον κ. Βικέτο για την άριστη οργάνωση της αποψινής εκδήλωσης.
Αφήνω τιμητικά για το τέλος (last but not least) τους αξιότιμους καθηγητές, την κα Τσάιμου και τον κ. Καρδάση, που όχι μόνο τυπικά δέχθηκαν να μιλήσουν απόψε αλλά και ενδιαφέρθηκαν ουσιαστικά για τη μελέτη ενός νέου ερευνητή. Για το νέο είναι πάντα πολύ σημαντικό, όταν άνθρωποι με αξιέπαινη πορεία και θητεία στις επιστήμες ακούν τους προβληματισμούς του και τον συμβουλεύουν.
Θα κλείσω με την ευχή η προσπάθεια της Ενώσεως Σμυρναίων να συνεχισθεί και όλοι μας να συνεχίσουμε το συναρπαστικό ταξίδι στη γνώση του Ελληνισμού όπου γης, ιδιαίτερα του μικρασιατικού, με την ίδια ζέση και ενθουσιασμό, με συνέπεια, με όραμα.
Από τη βιβλιοπαρουσίαση στην Ενωση Σμυρναίων την 23 Φεβ.2009 του πονήματος του Δρος Ιστορίας κυρίου Κυριάκου Χατζηκυριακίδη

Association of the Enosi Smyrneon Powered by Elxis - Open Source CMS.  Copyright (C) 2006-2017 Elxis.org. All rights reserved.